Γνωρίζεις την ντοπιολαλιά της Μεσσηνίας; (μερος 2o)

Το «λεξικό» για τα Μεσσηνιακά γλωσσικά ιδιώματα!

Εκείνοι που ακόμα την κρατούν ζωντανή είναι οι γηραιότεροι. Την κρατούν σαν κόρη οφθαλμού. Όταν φύγουν ίσως χαθεί για πάντα…

Ας δούμε όμως τις λέξεις και τις φράσεις που μέχρι σήμερα συγκεντρώσαμε κατ’ αλφαβητική σειρά.

Ν

276. Ναχρικά = κατσαρολικά
277. Νίδι = ένα μικρό κομμάτι
278. Νταβάς = χάλκινο ταψί με καπάκι
279. Νάκα = φορητή κούνια μωρών που έβαζαν στην πλάτη τους οι αγρότισσες
280. Νόμου (μια δραχμή) = δώς μου μια δραχμή
281. Νταμαχιαρης = Αχόρταγος
282. Ντενεκές στον ούρλο = ντενεκές στον κώλο του σκύλου ή γάτας.
283. Ντόνω = ξεμουδιάζω,
284. Ντεληκατσώνης = αυτός που είναι ψηλός και λεπτός.
285. Ντορβάς = ταγάρι

Ξ

286. Ξάϊ = το δικαίωμα 10% που έπαιρνε ο μυλωνάς για το άλεσμα του σταριού.
287. Ξείκλωτος = ατιμέλητος
288. Ξεκάμπησε, = βγήκε από τον κάμπο, συνήθως τη χρησιμοποιούμε όταν έχει αργήσει κάποιος και επιτέλους τον βλέπουμε να έρχεται.
289. Ξεκορφαρίζω = ο ψηλός που ξεχωρίζει.
290. Ξεκοτσαλίζω = βγάζω τα κότσαλα (συνήθως με το γράβαλο)
291. Ξελέμιασμα = σφάξιμο κόκορα.
292. Ξεσαγωνιάστηκα = αδυνάτισα πολύ.
293. Ξεσυνέρια = ζήλεια, καχυποψία
294. Ξεκωλώνω = ξεριζώνω
295. Ξυλοκέρατα = χαρούπια.
296. Ξεμπατινιάστηκα = ξεπατώθηκα.
297. Ξεμπινιάστηκα = ξεμεσιάστικα
298. Ξεμποχιασμένο = Ξεχειλωμένο
299. Ξεσπίνισμα = η αφαίρεση του σπόρου του καλαμποκιού.
300. Ξεστερίζουμαι = δεν λαμβάνω υπ’ όψιν.
301. Ξετσάγκλισα = ξεμπέρδεψα (ξετσάγκλισε τα μαλλιά σου = ξεμπέρδεψε τα μαλλιά σου)

Ο

302. Οβριές: Είδος χόρτου-λαχανικού, οι τρυφερές κορυφές από το αρκουδόβατο (μοιάζει λίγο με κισσό ή και σπαράγγι)
303. Ολούθε = παντού
304. Ολοτρυπίριστος = γεμάτος τρύπες, αυτόν που έχουν τσιμπήσει πολλά κουνούπια
305. Ούλοι = Όλοι

Π

306. Παλιόπραμα = παλιάνθρωπος.
307. Πανιάρα = είδος εργαλείου σαν σφουγγαρίστρα, που καθάριζαν τις στάχτες απ τους φουρνους
308. Πάντα = μεριά, πλευρά, άκρη (κάνε στην πάντα)
309. Πάκια = πλευρά (στο ανθρώπινο σώμα)
310. Παράλυτε, (ρε) = ο βλάκας, ο άχρηστος.
311. Παραγώνι = τζάκι
312. Παράφθαστο = αξεπέραστο
313. Παρδαλίζουν = λέγετε όταν οριμάζουν τα σταφύλια.
314. Πασαράς = σουρωτήρι (το σκεύος)
315. Πασπαλώ = ρίχνω άχνη ζάχαρη.
316. Πασταριά = η μια πάνω στην άλλη.
317. Πάστρεφτο = καθάριστο
318. Πατάκα = πατάτα.
319. Παταλιά = οριζόντια θέση τραυματία
320. Πατσαβούρα, πετσάφι = πρόχειρο πανί που χρησιμοποιείται κατά και μετά το φαγητό.
321. Πελεκάω = χτυπάω.
322. Περικάλεση = συγκέντρωση γυναικών σε σπίτια για ομαδική εργασία.
323. Πετσάφι = μικρό πανί κουζίνας
324. Πετσί λουρί = χέσιμο,
325. Πίγκωσα = βούλωσε η μύτη μου
326. Πιλαλάω = τρέχω,
327. Πιλάλα = τρέξιμο,
328. Πινακωτή = ξύλινη τάβλα που έβαζαν το ζυμάρι να φουσκώσει πριν το φουρνίσουν
329. Πινιάτα = μικρό πήλινο πιθάρι
330. Πιτάρι = μελισσοκέρι
331. Πιοτούρα = κρασοκατάνυξη
332. Πέσε μου = πες μου,
333. Πλακουτσά = πλακωτά.
334. Πλευρομετρώ= σπάω το κόκκαλα ( θα σε πλευρομετρήσω)
335. Πλέχτρες = Οι πλεξίδες των κρεμμυδιών.
336. Πολυβαρδία – πολυκοσμία
337. Πουντιάζω = ξεπαγιάζω
338. Πούντος = το μεγάλο δάχτυλο του χεριού,
339. Πράϊτα (τα) = τα πρόβατα
340. Προγκάω = διώχνω κάτι με φωνές, τον φοβίζω
341. Πούργι = μεγάλο και φαρδύ καλάθι φρούτων,
342. Πρασιές = Κοπάδια γουρουνιών, που έβοσκαν ελεύθερα στο βουνό.
343. Προσμπούκι = κολατσιό
344. Προσφέρνω = παρομοιάζω με κάποιον άλλο
345. Προσώρας = προσωρινά.
346. Πρωιμιές = πρώιμα σπαρτά.

Ρ

347. Ρεντίκολο = ρεζίλι, γελοίο
348. Ρέντος=Ράντισμα
349. Ρεψοχέρης =αυτός που κρατάει κάτι και του πέφτει εύκολα.
350. Ροβολάω = κατεβαίνω τρέχοντας.
351. Ρογός = αποθηκευτικός χώρος του άχυρου στο κατώι του σπιτιού.
352. Ρόμπα = Ο ξεφτύλας, ρεζίλης ευτελής. (Η λέξη αυτή λέγεται πλέον σε όλη την Ελλάδα, αλλά ξεκίνησε από τη Μεσσηνία)
353. Ροί = σκεύος που βάζουμε το λάδι, λαδερό
354. Ρούγα = γειτονιά
355. Ρουκουνιάζω= τρώω πολύ και γρήγορα
356. Ρουκούλησε = κύλησε
357. Ρουπώνω = χορταίνω
358. Ρουτα = πανινι/φτιαρι Καθαριζαν το φουρνο ξυλοφουρνο
359. Ριτσίδι = βράχηκα ως το κόκαλο.
360. Ρεντάω = ραντίζω.

Σ

361. Σαγάνι = πιάτο,
362. Σάϊσμα = Χοντρό ύφασμα πλεγμένο από μαλλί κατσίκας που το στρώνουν σαν χαλί και παλιά το φόραγαν οι βοσκοί (η κάπα)
363. Σακάτου = εκεί κάτω,
364. Σακείθε = Αντε πήγαινε από εκεί.
365. Σαλάγημα = Κυνήγημα
366. Σαμαροπάϊδα = η λεπτή σανίδα στο πλάϊ του σαμαριού.
367. Σάμπως = Σάματις = Μήπως
368. Σαπάνου = εκεί επάνω.
369. Σαρωματίνα = χορτάρινη σκούπα,
370. Σαρώνω = σκουπίζω,
371. Σαρωματίνα = χορτάρινη πρόχειρη σκούπα
372. Σάψαλο = σάπιο.
373. Σβαρνάω = που σκοντάφτω ,πέφτω πάνω σε κάτι, κάτι τέτοιο τέλος πάντων. .
374. Σβερκώνω = χτυπώ κάποιον στο σβέρκο.
375. Σβώλος = μικροκαμωμένος.
376. Σβιλάδα = ζούρλια, τρέλλα.
377. Σγαρλίζω = σκαλίζω το χώμα επιφανειακά όπως οι κότες.
378. Σγούφτω=σκύβω,
379. Σγρουμπούλι = ογκίδιο στρογγυλό
380. Σγουμπαίνω = καμπουριάζω, είμαι σκυφτός
381. Σειριά = σόϊ
382. Σεργούνι = η ξεφτύλα.
383. Σιδερωστια = το σιδερένιο τρίγωνο του τζακιού
384. Σίδωσε=νύχτωσε
385. Σιρίτια = κορδόνια
386. Σίχλος = κουβάς
387. Σκάλος = σκάλισμα
388. Σκαρίζω = βγαίνω, προβάλω από κάπου
389. Σκατοψύχια = κατάρες.
390. Σκαβούτα = χελώνα
391. Σκαφίδα = η σκάφη που έπλεναν τα ρούχα.
392. Σκαφίδι = η σκάφη που ζύμωναν το ψωμί.
393. Σαπέρα = πήγαινε πέρα,
394. Σκαπέτησα = έφτασα ή έφυγα,
395. Σκεύομαι = σκέπτομαι
396. Σκουληκαντέρα = γλίτσα.
397. Σκουτέλα= κούπα
398. Σκιάχτηκα = τρόμαξα,
399. Σκουτέλα = φλυτζάνα
400. Σουβή=συμφορά,
401. Σκατογένης = διάβολος
402. Σκορδοστούμπι = γουδί,
403. Σκουράντζος= ρέγγα,
404. Σκούζω = φωνάζω,
405. Σκουτέλα= κούπα
406. Σοροβλιάστηκε = έπεσε
407. Σούγελο = υδροροή
408. Σούδα = στενό δρομάκι,
409. Σουράω= σφυρίζω,
410. Σούρσιμο = διαροια.
411. Σπάρτο = κατσαφάνα
412. Σταθιμός= σταθμός,
413. Σπερνά = κόλυβα,
414. Σποράκλα, με σπόρισε = διάρροια.
415. Στοιχερό = χοντρό ξύλο με διχάλα στο πάνω μέρος που έδεναν τα άλογα στο κέντρο του αλωνιού.
416. Στρατόνι = πεζούλα
417. Στράφι = άδικα (πήγε στράφι)
418. Στρεκλάω = βαδίζω δεξιά αριστερά, σκοντάφτω
419. Στρινιάζω = στραβομουτσουνιάζω.
420. Στρογγός = ο γιούκος,= η ντάνα με τα ρούχα.
421. Στροφιάζομαι = πέφτω για ύπνο
422. Συγγενικό (που να σεβρει συγγενικό) = που να σε βρει κακό.
423. Συφουλιάζομαι = σκεπάζομαι,
424. Συμπράκαλα = διάφορα είδη οικιακής ή ατομικής χρήσης.
425. Συμπούπουλο = θα καεί ολόκληρο
426. Συνεμπάζω = μαζεύω, γυρίζω
427. Συννεφόκαμα= μουντός καιρός συννεφιασμένος
428. Στάσεις = βραγιές που φυτεύουν πχ σκόρδα
429. Σκούρκος =χρυσόμυγα.
430. Σιγουρεύω = κρύβω,
431. Στεγνώξω = στεγνώσω.
432. Συγκαρτσαλοι = περπατούσαμε όλοι μαζί, οι φίλοι, οι συγγενείς, το σόι
433. Σύχλο = κουβάς
434. Σφαρδάκλι = βάτραχος.
435. Σφέλαχτρο: Φυτό όπως το σκίντο.
436. Σώνει = φτάνει.
437. Σώστο = πιάστο
438. Σωμάρα = Όταν μειώνονται οι δυνάμεις μας.

Τ

439. Τάσι ή τασάκι= σταχτοδοχείο,
440. Τανιέμαι = σφίγκομαι,
441. Ταπίστωμα = ανάποδα
442. Ταχειά = αύριο,
443. Τέτζερης = κατσαρόλα,
444. Τέντα = ανοιχτά, διάπλατα,
445. Τηλώθηκα = χόρτασα
446. Τι λογό = τι είδος,
447. Τζάρα= Μεγάλο πήλινο αγγείο για βρόχινο νερό ή λάδι.
448. Τηράου=βλέπω,
449. Τούμπησα = έπεσα επάνω, κουτούλησα
450. Τουρλώνω = φουσκώνω,
451. Τουρνόκολα = ανάποδα
452. Τουρνοκολιάστηκε = έπεσε άγαρμπα
453. Τράβα= καδρόνι στέγης,
454. Τραγατσούλα ή Δραγατσούλα= Καλύβα από ξύλα και φτέρη
455. Τριφτάδια = είδος ζυμαρικών που έφτιαχναν οι νοικοκυρές.
456. Τριχιά = σκοινί
457. Τρόκανι = κουδούνι αιγοπροβάτων
458. Τσακάω = τσακίζω
459. Τσαλάχατα = φωνάζουν το πρόβατα
460. Τσαλίμια, τσαλιμάκια = νάζια
461. Τσαντίλα = ύφασμα που πήζουν το τυρί.
462. Τσάπια (τα) = Οι κακές συνήθειες
463. Τσαούσα = γυναίκα που δεν ανέχεται και πολλά πολλά
464. Τσαφάρι = κνήμη του ποδιού,
465. Τσεράνα = δύστυχη
466. Τσιγαρολάχανα = μυρωδικά χόρτα,
467. Τσικάου = τσουγκρίζω.
468. Τσοκανάω = κόβω, πετσοκόβω.
469. Τσότρα= δοχείο κρασιού,
470. Τσουλάγρα = πιτσιλιά
471. Τσουτσουρώνω = αγριεύω
472. Τσεμπερέκι ή ζεμπερέκι= πόμολο ή σύρτης πόρτας,
473. Τσουμπλέκια= κουζινικά σκεύη,
474. Τσουράπι= κάλτσα,
475. Τσιγκλάω = προτρέπω,
476. Τσεμπέρι ή τσεμπέρα = Γυναικείο μαντήλι.

Φ

477. Φακλάνα= κακόφημη γυναίκα (πουτάνα).
478. Φαγανιάρης = λαίμαργος
479. Φελί = ένα κομμάτι παστού βακαλάου
480. Φιλιατρό = Το χείλος του πηγαδιού
481. Φινωμένο φρούτο = το φρούτο που είναι στεγνό, χωρίς πολλούς χυμούς.
482. Φιότσος = βαφτηστήρι
483. Φκτίκια = βαφτιστικά ρούχα
484. Φλέσουρα = μικρά σκουπιδάκια από ξύλα
485. Φλομώνω = ζαλίζω.
486. Φλουμπέτες = Οι καντήλες με υγρό
487. Φλύχτρες = σπυράκια
488. Φόλος = Το αυγό που έβαζαν οι νοικοκυρές, εκεί όπου γεννούσαν οι κότες τα αυγά, σαν οδηγό
489. Φορτσέρι = μπαούλο
490. Φούγα = οργή.
491. Φούλης = Αδελφούλης
492. Φουντουλώνει (το φουντούλωσα) = φουντώνει
493. Φουρφουράω = θορυβώ.
494. Φουστεκιαζω = δένω το μπρος με το πίσω πόδι ζώου με τριχιά για να μην τρέχει
495. Φούφουτος = ο ανύπαρκτος
496. Φρύξες = ψωμί προηγούμενης ημέρας που το ψήνουν στο φούρνο
497. Φτενός = λεπτός.
498. Φτούνος = αυτός.

Χ

499. Χαήλωσα = χάζεψα, έμεινα με το στόμα ανοιχτό και αφηρημένο ύφος.
500. Χανταβουλιάζομαι= χάνομαι, είναι για τα λιόπανα= είναι πολύ μεθυσμένος!!!
501. Χάμου = κάτω.
502. Χαμούρι = το σπάσιμο του ελαιόκαρπου και μετατροπή του σε πολτό.
503. Χαρανί = καζάνι,
504. Χαράρι = δυκτιωτό πλέγμα, για τη μεταφορά άχυρου/σανού.
505. Χανταβουλιάστηκα ή σωρώθηκα = Έπεσα κάτω (χανταβούλης: διάβολος, δαίμονας)
506. Χαντρολέμι = κολιέ,
507. Χαλαστάρι = πέτρα
508. Χαβάνι = σιδερένιο γουδί.
509. Χαράκι = η αφαίρεση κομματιού από το φλοιό στον κορμό του κλήματος.
510. Χαρμπί = Είναι ένα είδος μικρού ξίφους.
511. Χαρχαλεύω = ψάχνω
512. Χαμοκέλα = η παράγκα, το παλιό μισοχαλασμένο σπίτι.
513. Χάφτω = καταπίνω λαίμαργα, ξεγιελιέμαι.
514. Χεσαμόλι = φαγητό άθλιας ποιότητας (από το χέσαμε όλοι)
515. Χόβολη = στάχτη.
516. Χουνέρι = πάθημα.
517. Χούνι = το φαράγγι
518. Χορήγι = ασβέστης.
519. Χουγιάζω = βρίζω.
520. Χόχλος ή χούχλος = Όταν αρχίζει να βράζει πχ ένα φαγητό.
521. Χρίζω = αλείφω.
522. Χρονιάρα = η ημέρα που είναι αργία, καθώς και οι μεγάλες γιορτές

Ψ

523. Ψηλαριδα=γυναικα με ψηλα ποδια.
524. Ψικαστήρα=Δοχείο για ψεκασμό-ράντισμα
525. ψες = χθές.

Ω

526. Ωρέ = Ρε


Το 1ο μέρος ΕΔΩ

gargalianoionline


Related Posts