Η υπομονή, άντε να πάει μέχρι το δέκα…γιατί έντεκα δεν έχει!


Φτάνει! Μέχρι εδώ αντέχει η υπομονή…

Συγχώρεσες!
Συγχώρεσες λες κι ήσουνα Θεός κι ας μην ήσουνα. Κι ας ήσουν άνθρωπος απλά σαν όλους τους άλλους εκεί έξω.
Υποχώρησες!
Υποχώρησες στα πιο μεγάλα θέλω σου, έκανες πίσω στις δικές σου επιθυμίες, για να μπορούν να επιθυμούν όλοι οι άλλοι, κι είπες αμέτρητες φορές στις ανάγκες σου να σκάσουν. Κι είπες χιλιάδες δεν πειράζει, όμως το ξέρεις καλά μέσα σου πως τάισες με το πιο μεγάλο ψέμα τον ίδιο σου τον εαυτό.
Σώπασες!
Σώπασες γιατί έτσι πίστευες πως θα δείξεις στους άλλους ότι είσαι δυνατός, γιατί εσύ ήσουνα λεβέντης και δεν ήθελες κανείς να σε λυπάται, γιατί η υπερηφάνεια σου έτσι σου όρισε να κάνεις. Και ας πονάγανε και ας ματώναν οι πληγές σου, έσφιξες τα δόντια σου για να μην ακουστεί το αχ σου, μάζεψες το αίμα που κυλούσε πάνω στο δέρμα σου, κρύφτηκες σε μια γωνιά κι άρχισες να γλύφεις μονάχος σαν το σκυλί τα τραύματα σου.
Δέχτηκες!
Δέχτηκες να παίρνεις πίσω ψίχουλα, να ξεδιψάς από σταγόνες, την ίδια ώρα που εσύ τους έδινες απλόχερα ωκεανούς αγάπης. Δέχτηκες τα τέλεια λάθη τους, γιατί ρε αδελφέ άνθρωποι είναι που να πάρει ο διάβολος, και κάνουν λάθη σκέφτηκες, μα όταν τόλμησες εσύ και λάθεψες καημένε μου, στα δύο μέτρα σε έστησαν και άκουσες το πυρ.
Υπέμενες!
Υπέμενες όλα τα σήμερα που πέφτανε βαριά πάνω σου, περιμένοντας πως τα αύριο που θα έρθουν θα είναι όπως σου αξίζουν, όμως αυτά τα γαμημένα τα αύριο δεν ήρθανε ποτέ τους. Υπέμενες και κατάπινες τις πίκρες που σε πότιζαν οι τάχα δικοί σου άνθρωποι. Υπέμενες και μάθανε όλοι οι άλλοι πως είσαι παλικάρι, όμως οι αθεόφοβοι δεν σκέφτηκαν ποτέ τους ότι μπορεί και να λυγίσεις, Ένας δεδομένος και βολικός μαλάκας πιστεύαν πως πάντοτε θα είσαι, λάθος τους!
Και υποχώρησες μια.
Και έκανες πίσω δύο.
Και το κατάπιες τρεις.
Και σώπασες τέσσερις.
Και είπες δεν πειράζει κι ας πείραζε πολύ, πέντε.
Και είπες αυτό που σου πονάει την ψυχή σου, κι αντί να σε ακούσουν σε βγάλανε και τρελό, έξι.
Και σου είπανε κατάλαβε με αυτοί που ποτέ τους δεν σε κατάλαβαν, εφτά.
Και χαμογέλασες αντί να ουρλιάξεις, οκτώ.
Και χρεώθηκες κρίματα άλλων λες κι ήταν δικά σου, εννιά.
Και είδες τα καλοκαίρια σου να γίνονται χειμώνες, να περνούν τα χρόνια για να έρθουν νέα, που όμως τελικά ήταν ίδια με τα προηγούμενα, να φτιάχνεις όνειρα και να καταλήγουν εφιάλτες, να κόβεις από εσένα για να φάνε οι άλλοι, να είσαι στο περίμενε κι απλά να περιμένεις, δέκα…
Τι;
Να σου πω για το έντεκα;
Δεν υπάρχει έντεκα!
Φτάνει! Μέχρι εδώ αντέχει η υπομονή…

Γιώργος Καραγεώργος
loveletters

Σας ενδιαφέρουν κι' αυτά...