Κύκλους που κάνει η ζωή και η μνήμη


Κείνο που με τρώει, κείνο που με σώζει...

Σουλατσάροντας ανέμελα με τον Αντωνάκη, περνάει δίπλα μας ένα αυτοκίνητο που διαλαλεί παράσταση του Καραγκιόζη.

Ασυναίσθητα ξεκίνησα να σφυρίζω τον σκοπό του Σαββόπουλου, χαϊδεύοντας το χέρι του μικρού, ταξιδεύοντας 40 χρόνια πίσω στο χρόνο.

1975 . Λίγο μετά τη μεταπολίτευση. Σε ένα υπόγειο επί της πλατείας Εξαρχείων. Ο πατέρας επιστρέφει από τη δουλειά και φέρνει χαρούμενος μια κασέτα με καινούργια τραγούδια. «Δέκα χρόνια κομμάτια, του Σαββόπουλου». Μας ανακοινώνει χαρούμενος – εμένα και της αδερφής μου – πως υπάρχει και ο καραγκιόζης σε ένα από τα κομμάτια.

Καθόμαστε γύρω από το κασετόφωνο ανυπόμονα. Δεν περιμέναμε τη σειρά του τραγουδιού. Πατήσαμε το FF κουμπί που ξέραμε πως γυρνάει την κασέτα γρήγορα μπροστά, βγάζοντας εκείνο τον αστείο ήχο, σαν τις γαλοπούλες.
Και ωωωω … Τι απογοήτευση !!!

Δεν ήταν ο γνωστός μας καραγκιόζης που βλέπαμε κάποιες Κυριακές στην Πλάκα. Από εκείνα τα όμορφα απογεύματα, που ετοιμαζόμασταν όλη η οικογένεια και βγαίναμε βόλτα. Κατηφορίζαμε τη Θεμιστοκλέους, περνούσαμε από τα Χαυτεία. Μοσχομύριζε ο τόπος από το καφεκοπτείο του Λουμίδη, αν και κλειστό.
Κάναμε στάση να δούμε τις βιτρίνες του Κλαουδάτου. Συνεχίζαμε επί της Αιόλου, μέχρι την Αγία Ειρήνη. Εκεί, λίγο μετά την Ερμού, είχε ένα αυτόματο πωλητή αναψυκτικών. Η αδερφή μου δεν ξεκολλούσε μέχρι να δει να πέφτει το λευκό ποτηράκι και να γεμίζει με το πορτοκαλί δροσιστικό υγρό – αντίγραφο πορτοκαλάδας. Εγώ πάλι προτιμούσα τη βυσσινάδα.

Μετά το σύντομο ξεδίψασμα, συνεχίζαμε μέχρι τη Μητροπόλεως. Μέσα από δαιδαλώδη για την ηλικία μου στενά, φτάναμε στους Αέρηδες της Πλάκας.
Κάπου εκεί βρισκόταν το μικρό Θέατρο Σκιών. Και να μη γνώριζες τη διεύθυνση , σε καθοδηγούσαν οι χαρούμενες παιδικές φωνές.
Αγοράζαμε βιαστικά τα εισιτήρια και μπαίναμε στην αυλή με το τεντωμένο και φωτισμένο σεντόνι.

Μπροστά υπήρχαν ξύλινοι χαμηλοί πάγκοι για τα παιδιά. Πιο πίσω, καρέκλες με εκείνα τα πλαστικά νήματα για τους μεγάλους. Περιμέναμε με χαρά το 3ο κουδουνάκι, όμοιο με του επιστάτη στο σχολείο για το διάλειμμα. Ανέκαθεν αυτός ο ήχος μου προξενούσε χαρμόσυνα συναισθήματα.

Η παράσταση ξεκινούσε κάτω από ζωηρά χειροκροτήματα. Η ώρα κυλούσε υπέροχα. Όλα τα παιδιά ήταν εκστασιασμένα. Και οι περισσότεροι μεγάλοι.
Όμως, παρότι έχουν περάσει τόσα χρόνια, θυμάμαι κάποια πρόσωπα μεγάλων να είναι σφιγμένα.

Κάποια φορά ρώτησα τον πατέρα μου για ποιο λόγο δεν τους άρεσε το έργο. Μην περιμένετε να σας πω την απάντηση. Τα χρόνια νικούν το μνημονικό, ειδικά για θέματα που το παιδικό μυαλό θεωρούσε μη σημαντικά.

Αυτές τις σκέψεις κάναμε με την αδερφή μου, και κοιτάξαμε με παράπονο τον πατέρα, για να δούμε γιατί έχει αγοράσει λάθος κασέτα.
Η απάντησή του, ήταν αφοπλιστική για την παιδικότητά μας. Η αγορά ήταν σωστή και θα έπρεπε να μην την ακούμε πολύ δυνατά …

Πέρασε πολύς καιρός μέχρι να κατανοήσω τη διπλή όψη του Καραγκιόζη.
Εκείνη που φαινόταν έξω από το πανί στα παιδικά μάτια. Η εύθυμη, η διασκεδαστική.
Και η άλλη που έβλεπε ο Καραγκιοζοπαίχτης. Η θλιμμένη, η περήφανη, ακόμα κι όταν εκείνος πεινά, κι όταν τον δέρνουν.

Όλα αυτά σκεφτόμουν , ψελλίζοντας τους παρακάτω στίχους :
« Κείνο που με τρώει, κείνο που με σώζει
είναι π’ ονειρεύομαι σαν τον καραγκιόζη
Φίλους και εχθρούς στις φριχτές μου πλάτες
όμορφα να σήκωνα, σαν να ‘ταν επιβάτες»,
« – Μπαμπά, θα πάμε στην παράσταση ;» , με επανέφερε ρωτώντας ο Αντώνης …

Λευτέρης Αποστολόπουλος
eternalradio

Σας ενδιαφέρουν κι' αυτά...