Τα αναπάντητα γιατί πάντα θα σε πονάνε


Δεν ξεχνιούνται, δεν ξεπερνιούνται.

Όλη σου η ζωή ένα γιατί.
Από τις πρώτες λέξεις, τις διερευνητικές στιγμές σε έναν ολοκαίνουργιο κόσμο.
Γιατί αυτό, γιατί εκείνο.
Απορίες που έρχονται να λυθούν με το χρόνο.
Κι άλλα γιατί, συνέχεια γιατί.
Άλλα λυτρωτικά, άλλα καθησυχαστικά κι άλλα ολότελα αναπάντητα.
Κι αυτά είναι τα χειρότερα.
Τα αναπάντητα γιατί στοιχειώνουν τη ζωή σου. Σε αποδυναμώνουν, σε βουλιάζουν.
Μάτια κλειστά κι εσένα σε έχουν στριφογυρίσει. Έχεις χάσει εντελώς τον προσανατολισμό σου και δεν ξέρεις πού είσαι, πού πας.
Αυτή είναι η αίσθηση ενός αναπάντητου γιατί. Ο απόλυτος αποπροσανατολισμός. Τυφλόμυγα παρά τη θέλησή σου.
Γιατί ήρθε; Γιατί έφυγε; Γιατί χάλασε; Γιατί; Γιατί;
Πονάει να μην ξέρεις το γιατί. Θα μου πεις όταν το ξέρεις, πάλι πονάει. Δεν αρέσουν οι αλήθειες. Αλλά λυτρώνουν.
Ενώ το σκοτάδι, σε σημαδεύει. Σα να έχεις την πληγή και να την πειράζεις ολοένα. Να τη ματώνεις πεισματικά λες κι έτσι θα εκβιάσεις μια απάντηση. Ένα κάτι που θα καλύψει το γιατί σου. Όταν αυτό το κάτι δεν έρχεται, εσύ απομένεις… δεν μπορώ να περιγράψω πώς απομένεις. Δεν έχει λέξη που να μπορεί να το εκφράσει. Όλη τούτη η κενότητα μέσα σου, η απογοήτευση.
Άδειασμα. Ναι, με αυτό μπορεί να παρομοιαστεί ένα γιατί που έμεινε στον άσο.
Αδειασμα από συναισθήματα, άδειασμα από στιγμές, άδειασμα από ενέργεια. Άτονο το νιώθεις το κορμί κι ας πάει το κεφάλι σου να πάρει φωτιά. Πολλές οι σκέψεις κι όμως καμία δεν είναι αρκετή να καλύψει το κενό σου.
Μεγάλωσες λες και μπορείς να ζήσεις και με μερικά γιατί στα αζήτητα. Έτσι λες και το επαναλαμβάνεις για να το πιστέψεις. Το επαναλαμβάνεις για να πείσεις τον εαυτό σου ότι δε σε νοιάζει, ότι δεν πονάς.
Πες τα αλλού τα ψέματα αλλά όχι στον εαυτό σου. Τα αναπάντητα γιατί πονάνε. Δεν ξεχνιούνται, δεν ξεπερνιούνται. Απλά μαζεύεις τα κομμάτια σου και πας στα επόμενα. Όχι γιατί θες αλλά γιατί δεν μπορείς να κάνεις κι αλλιώς.
Κι όσο για εκείνους που σε άφησαν με τα γιατί; Δεν ξέρεις. Άλλοτε τους βρίζεις, άλλοτε τους δικαιολογείς. Ποτέ δεν τους ξεχνάς. Πώς θα μπορούσες άλλωστε;
Κάθε αναπάντητο γιατί τους αφήνει κι ένα κεφάλαιο ανοιχτό στη ζωή σου.
Κάθε δειλία τους να εξηγηθούν κατά πρόσωπο, σε αφήνει στο σκοτάδι.
Κάθε αδυναμία τους να φύγουν από την πόρτα κι όχι από το παράθυρο, σε αφήνει κενή.
Αλλά και τι να κάνεις για να το αλλάξεις; Προσπάθησες αλλά δεν περνάνε όλα από το χέρι σου. Δεν τα μπορείς όλα, όσο κι αν το θες.
Ας πάνε στο καλό λες και τους συγχωρείς.
Δε φεύγουν από την καρδιά σου. Δε σβήνονται άλλωστε τόσο εύκολα οι άνθρωποι.
Αλλά το αγκάθι που την τρυπάει γράφει το όνομά τους.
Κι αυτό όσο και να πεις, πονάει. Πονάει πολύ.
Χαλάλι τους.

Της Στεύης Τσούτση
diaforetiko

Σας ενδιαφέρουν κι' αυτά...