Εκείνα τα καλά κορίτσια με τα τεράστια απωθημένα


Το καλό κορίτσι είχε αποτύχει.

Το καλό κορίτσι.
Αυτό ήθελε να είναι πάντα. Γι’αυτό πάλευε.
Η καλή κόρη, η καλή μαθήτρια, η καλή σύντροφος.
Και ποιος ήταν αυτός που καθόριζε το ύψος και το πλάτος αυτού του “καλού”;
Ποιος όριζε τι θα την κάνει καλό κορίτσι;
Μα φυσικά τα πρέπει… Εκείνα τα αιώνια πρέπει του κόσμου που γονάτισαν γενιές και γενιές. Τύφλωσαν όνειρα, πετσόκοψαν φτερά, δημιούργησαν ατελείωτα απωθημένα.
Αυτά τα πρέπει που φτιάχτηκαν για να καθοδηγούν, να υποτάσσουν, να γονατίζουν.
Έτσι κι αυτή τα ακολούθησε με προσήλωση. Ήθελε νάναι αριστούχος. Δεν τα κατάφερνε όμως πάντα.
Γιατί ήταν φορές που εκείνη η φωνούλα, που ολοένα καταπίεζε μέσα της, ξυπνούσε κι ακουγόταν.
Πού πας; Τι διάολο κάνεις; τη ρωτούσε.
Κι εκείνη σάστιζε. Δεν είχε μάθει να την ακούει τη μέσα της φωνή. Δεν είχε μάθει να θυμάται καν ότι υπάρχει.
Πάντα για τους άλλους. Πάντα για τη δική τους γνώμη.
Κι αυτή στο πουθενά, στα αζήτητα.
Και κάπως έτσι πέρασαν τα χρόνια. Τα είδε να φεύγουν μέσα από τα χέρια της και δεν ένιωσε ποτέ ότι τα ζει όπως της έπρεπε.
Μόνιμα με ένα άγχος. Μόνιμα με το φόβο μην τυχόν και χάσει τον τίτλο του καλού κοριτσιού. Λες κι αυτά που ακολουθούν την καρδιά κι όχι τα πρέπει είναι κακά.
Σπαταλήθηκε. Κι όταν πια το κατάλαβε ήταν αργά.
Γεμάτη απωθημένους πόθους για τη ζωή της, συνειδητοποίησε ότι ζούσε τη ζωή μιας άλλης.
Μιας που είχε το πρόσωπό της μα δεν είχε δράμι από την καρδιά της. Μόνο εκείνο το μυαλό που ολοένα έβαζε εμπόδια. Έθετε τα πρέπει και φρόντιζε να ακολουθηθούν υπάκουα.
Κοίταξε πίσω της. Δε βρήκε τίποτα που να λέει το όνομά της. Τίποτα που να αξίζει να θυμάται. Ακόμη και τα μπράβο του κόσμου, εκείνα τα ευχαριστημένα κουνήματα του κεφαλιού, της ήταν αδιάφορα.
Είχε ξοδευτεί χωρίς λόγο. Το καλό κορίτσι είχε αποτύχει.
Και τώρα; Τι να έκανε τώρα;
Σε εκείνο το κομβικό σημείο της συνειδητοποίησης, πώς προχωρούσε;
Όπως ήξερε ή όπως ήθελε;
Όπως την έμαθαν ή όπως ήθελε να δοκιμάσει;
Το αδοκίμαστο της ασκούσε μεγάλη έλξη. Όσο για τα πρέπει, τάχει σιχαθεί πια. Τη μεγάλωσαν με αυτά, της τα έβαλαν για πετσί της.
Θα προχωρούσε. Κι ας μην ήταν πια το καλό κορίτσι.
Θα ήταν αυτή που ένιωθε. Θα δοκίμαζε, θα έκανε λάθη, θα μάθαινε από αυτά.
Κι όχι, αργά δεν ήταν. Ποτέ δεν είναι αργά να ακούσει κανείς την καρδιά του.
Το πίστευε αυτό με όλη της την καρδιά.
Θα έπαυε λοιπόν να είναι ένα καλό κορίτσι γεμάτο απωθημένα.
Θα γινόταν ένα απλό κορίτσι γεμάτο ζωή. Ζωή με λάθη και σωστά.
Κι όπου την πήγαινε.
Όσο για τους άλλους με τις ταμπέλες των πρέπει, ίσως κάποτε να καταλάβαιναν. Ίσως πάλι και όχι.
Την ένοιαξε για πολύ καιρό. Τώρα πια δεν την ένοιαζε καθόλου…
Καθόλου όμως…

Της Στεύης Τσούτση
diaforetiko

Σας ενδιαφέρουν κι' αυτά...