Τον έρωτα δε σταματάς να τον ψάχνεις μέχρι να τον βρεις


Μια κατακόκκινη, μεγάλη κουκίδα.

Ποτέ δεν της δόθηκε τίποτα.
Άπλωνε τα χέρια, δήθεν τυχαία, σφυρώντας αδιάφορα, μήπως και ξεγελαστεί κανείς και δώσει.
Αλλά τα μάζευε πίσω ντροπιασμένα κι αδειανά.
Δε ζήταγε λεφτά. Είχε από δαύτα αλλά και πάλι δεν τη βοηθούσαν.
Αγάπη ζητούσε που να πάρει, αλλά κανείς και πουθενά δε φιλοτιμούνταν να της τη δώσει.
Πόσο την ήθελε, δεν περιγράφεται.
Κοιμόταν και ξυπνούσε με την ιδέα της.
Νάχα κι εγώ μια αγάπη, έλεγε, ναναι έστω και μικρούλα, σαν παραθυράκι φεγγίτη.
Για εκείνη θα ήταν όλος ο κόσμος. Γιατί κι εκείνη ήθελε να δώσει. Κι είχε πολλά.
Είχε έννοια, είχε στοργή, πλημμύριζε από πολλά που δεν ήταν να τα κρατήσει για τον εαυτό της.
Αλλά ήταν κι άτυχη.
Ω, δε λέγεται πόσο άτυχη ήταν.
Βλέπεις ήταν τόσο έντονη η επιθυμία της για αγάπη που την τύφλωνε και δεν έκρινε σωστά.
Πλέον μέτραγε πληγές. Τις πληγές από τα δαγκώματα εκείνων που πίστεψε κάποτε ότι θα τη χάιδευαν.
Άπλωσε τα χέρια κι έκλεισε τα μάτια περιμένοντας αυτό το χάδι. Περίμενε εκείνον τον ηλεκτρισμό που σου μουδιάζει τα σωθικά, να έρθει και να κατακάψει το κορμί της.
Αντ’ αυτού, εγκατάλειψη και προδοσία.
Όλο έλεγε ότι θα πάψει να περιμένει κι όλο ενθουσιαζόταν.
Μιαν αγάπη μικρή που εκείνη θα την έκανε μεγάλη. Τόσο πολύ ήταν αυτό που ζητούσε;
Ναι, μάλλον ήταν πολύ. Κι αυτή τόσο αγχωμένη να το βρει που δεν κοιτούσε σωστά, δεν έκρινε όπως έπρεπε.
Δυο στιγμές μόνο δυσπιστούσε στον έρωτα που περίμενε. Εκείνες τις στιγμές της μεγάλης απογοήτευσης. Εκείνες που ένιωθε ζητιάνα… Βλέπεις όταν δε σου δίνουν αγάπη, καταλήγεις να τη ζητιανεύεις χωρίς καν να το καταλάβεις…
Βέβαια όλο αυτό ήταν μόνο για λίγο…
Κι ύστερα πάλι έπεφτε με τα μούτρα στην αναζήτηση.
Με κάθε πληγή να την κάνει λίγο πιο σοφή. Λίγο πιο προσεκτική.
Πίστευε σε ένα αύριο που θα της έφερνε εκείνο που ζητούσε. Που δε θα ήταν πολύ ή λίγο, θα ήταν απλά ραμμένο στα μέτρα της.
Κι εκείνη, όταν αυτό πια θα ερχόταν, θα ήταν έτοιμη από καιρό να το δεχτεί. Να το κανακέψει, να το αγαπήσει, να ζήσει μαζί του.
Και η άφιξή του θα έσβηνε όλες τις κακές μνήμες της αναζήτησής της.
Και θα έγραφε στο χάρτη της, στο τέλος της περίεργης ευθείας που σηματοδοτούσε τη διαδρομή της αναζήτησής της, μια κουκίδα.
Μια κατακόκκινη, μεγάλη κουκίδα. Αυτός θα ήταν ο τελευταίος της σταθμός.
Αυτόν περίμενε, γι’αυτόν ετοιμαζόταν…

Της Στεύης Τσούτση
diaforetiko

Σας ενδιαφέρουν κι' αυτά...