Δεν πρόκειται να σε αφήσω να με ξαναχτυπήσεις, μαλάκα


και για πρώτη φορά μετά από καιρό χαμογελώ αληθινά.

Με πονάς.
Με τρομάζεις.
Σταμάτα… Ένα ανθρώπινο κουβάρι είμαι στο πάτωμά σου κι εσύ συνεχίζεις. Με λέξεις, με τα χέρια και τα πόδια σου. Στριμώχνομαι σε μια γωνιά και περιμένω να τελειώσει ο θυμός σου. Για ακόμη μια φορά δεν είχε σοβαρή αιτία. Ίσως πια να σε ενοχλεί ακόμη και το ότι αναπνέω.
Κι είναι μερικές φορές η απελπισία μου τόση που θυμώνω κι εγώ με μένα επειδή αναπνέω. Ίσως αν αυτός ο διαολεμένος αέρας σταματούσε να περνά στα πνευμόνια μου, να τελείωνε και το μαρτύριο της ζωής μου κοντά σου.
Σταματάς εσύ. Εγώ κλαίω. Σηκώνομαι όπως όπως να φύγω από το οπτικό σου πεδίο κι εσύ πέφτεις στα πόδια μου. Με παρακαλάς για συγχώρεση. Λες ότι σε τυφλώνει η ζήλια, το πάθος, ο θυμός.
Λες ότι με αγαπάς, ότι θα πεθάνεις αν σε εγκαταλείψω.
Σφίγγεις το χέρι μου και με κοιτάς βαθιά στα μάτια. “Δε θα με εγκαταλείψεις, έτσι μωρό μου;” με ρωτάς και βλέπω την τρέλα και μαζί την απειλή να γυαλίζουν στα μάτια σου. “Δε θα χωρίσουμε ποτέ εμείς, έτσι μωρό μου;” συνεχίζεις κι εγώ γνέφω συγκαταβατικά. Είναι εκείνος ο τόνος της φωνής, ο γλυκός και συνάμα τόσο παράφρονας, που μου κόβει τα πόδια περισσότερο από τις γροθιές και τις κλωτσιές πάνω μου. Είναι αυτός ο τόνος που μου θυμίζει το αδιέξοδό μου.
Λες μ’αγαπάς. Αλλά αυτό είναι αρρώστια, όχι αγάπη. Είναι μέγγενη που σφίγγει το λαιμό μου, με πνίγει, με εμποδίζει να κάνω βήμα.
Επιμελώς αποφεύγεις το πρόσωπο. Τρέμεις μήπως κι ανακαλύψει ο έξω κόσμος ότι δεν είσαι εκείνος ο υποδειγματικός σύζυγος που λανσάρεσαι.
Τρέμεις μήπως κάποιος καταφέρει να με πάρει από σένα.
“Δε θα πεις τίποτα, έτσι μωρό μου;” με ρωτάς σφίγγοντας λίγο παραπάνω το χέρι μου. Πάλι με πονάς.
Γνέφω αρνητικά και πηγαίνω στο μπάνιο να γλύψω τις πληγές μου. Πηγαίνω να κλάψω για εκείνη την αγάπη που σου είχα και που σε μια νύχτα έγινε μίσος. Μίσος βαθύ κι αρρωστημένο.
Με αρρωσταίνεις τόσο που δαγκώνομαι για να μην ουρλιάξω και ξεσηκώσω νέο κύκλο βίας.
Σε ακούω να ανοίγεις την τηλεόραση.
25 Νοέμβρη σήμερα. Ξέρω από το πρωί ποια μέρα είναι. Ξέρω και κλαίω για εκείνη τη γυναίκα που η βία τής έγινε σημάδι στο κορμί. Σμιλεύτηκε με αυτή και φοβάται να την αποχωριστεί. Όπως φοβάμαι κι εγώ.
Βλέπεις ειδήσεις. Ακούς κι εσύ τι μέρα είναι. Κάποιος δημοσιογράφος κράζει όλα εκείνα τα τέρατα που κακοποιούν γυναίκες. Φωνάζει πως η σιωπή δεν είναι λύση, μόνο συγκάληψη και διαιώνιση της δυστυχίας. Γελάς σα να μη φοβάσαι τίποτα. “Τα τραβάει ο οργανισμός τους τα μπουνίδια, τέτοιες που είναι” λες και την ίδια στιγμή ουρλιάζεις “Κάνε τη να σκάσει επιτέλους” καθώς το μωρό μας άρχισε να γκρινιάζει στην κούνια του.
Κάνω εικόνα το βασανιστήριό μου λίγα χρόνια μετά. Με την κόρη μου μάρτυρα ή και θύμα σου. Για εκείνη κάθομαι και τρώω ξύλο εδώ και καιρό. Για να ζήσει σε μια οικογένεια. Αλλά εμείς δε θα γίνουμε ποτέ οικογένεια. Κι όσο νωρίτερα το καταλάβω τόσο καλύτερα για μένα και το παιδί μου.
Κάνω εικόνα τη σκέψη της φρίκης καθώς κρατώ το μωρό στην αγκαλιά μου.
“Θα βγεις από τη ζωή μας ρε κερατά, θες δε θες”, σκέφτομαι. “Γιατί όσο αδύναμη κι αν είμαι μπροστά στην ανωμαλία που δέρνει το ηλίθιο κεφάλι σου, θα προστατεύσω από σένα το παιδί μου”.
Στην τηλεόραση το θέμα παραμένει κι εσύ το κοιτάς σα χάνος. Τόσο σίγουρος είσαι.
Σου χαμογελώ και συγκρατώ το νούμερο.
15900… Γραμμή βοήθειας για κακοποιημένες γυναίκες.
“Τόσα ήταν τα ψωμιά σου μαζί μου, μαλάκα” σκέφτομαι και για πρώτη φορά μετά από καιρό χαμογελώ αληθινά.
Χαμογελώ με ελπίδα…

Της Στεύης Τσούτση
diaforetiko

Σας ενδιαφέρουν κι' αυτά...