Στο καλό και να προσέχεις μαλάκα μου


Πήγαινε τώρα σε άλλη μια να της αποδείξεις το ποιόν σου...

Λένε πως ο χρόνος που περνάει είναι απ’ τα καλύτερα φάρμακα για μια ραγισμένη καρδιά. Θα συμφωνήσω, μόνο που θα προσθέσω και κάτι ακόμη. Το πέρασμα του χρόνου μαζί με την απουσία έχουν ένα τέτοιο αποτέλεσμα.

Γιατί εγώ κάπως έτσι σε ξεπέρασα. Με χρόνο κι απουσία. Απουσία μεγάλη και για πολύ καιρό αποπνικτική. Κι όλα τα σχόλιά σου για το πώς το πέρασα όλο αυτό, τα ακούω βερεσέ. Εσύ δεν ξέρεις. Οι φίλοι ξέρουν μόνο που το έζησαν από μέσα, που μου τράβαγαν απ’ το χέρι ποτήρια και κινητά να με γλιτώσουν απ’ την ξεφτίλα.

Δε βαριέσαι όμως, πέντε χρόνια πριν έτσι τον ζούσα τον έρωτα. Πίστευα πως αν δεν έπεφτες στα πατώματα για χάρη κάποιου δε μετράει, δεν είναι αληθινό. Τώρα όμως έμαθα και κάτι τέτοιες καταστάσεις μηδαμινής ερωτικής αξιοπρέπειας μου αποδεικνύουν ακόμη μια φορά πως οι άνθρωποι ξέχασαν να αγαπάνε σωστά.

Περπατάω στο τέλος μια μέρας υπέροχης, είμαι στην επιστροφή για το σπίτι. Από μέσα μου σκέφτομαι πως δε γίνεται σήμερα να πηγαίνουν όλα τόσο καλά, σίγουρα κάτι θα γίνει και θα χαλάσει όλο αυτό. Και κοίτα που είχα απόλυτο δίκιο.

Ξαφνικά σε είδα μπροστά μου, μετά από πέντε χρόνια, πέντε ολόκληρα χρόνια που είχα σχεδόν ξεχάσει πως ζούσαμε στην ίδια πόλη, που είχες χαθεί τόσο καλά, που δε με ένοιαζε αν θα σε ξαναδώ ή όχι. Είχες αλλάξει πολύ. Δεν ξέρω αν άλλαξες επειδή σε άλλαξαν οι καιροί ή επειδή έπαψα εγώ να σε θέλω. Αλλά όλα αυτά που πάνω σου αγάπησα, εξαφανίστηκαν.

Όλο μπρίο και χάρη έρχεσαι στο μέρος μου έκπληκτος να χαιρετήσεις το κοριτσάκι που τώρα στα μάτια σου έγινε γυναίκα. Μα τι θράσος, μα τι δήθεν ύφος και τουπέ! Τελικά, όλα όσα καθόλου δε γούσταρα σε σένα υπάρχουν ακόμη. Και το χειρότερο είναι πως πόνταρα στον καιρό να σου βάλει μυαλό και να τα αποβάλλεις. Αντιθέτως εσύ τα πολλαπλασίασες.

Με ρωτάς πού είμαι και τι κάνω και με σκανάρεις από πάνω μέχρι κάτω, με κοιτάς λες και δε με έχεις ξαναδεί, λες και δε με πλήγωσες ποτέ, λες και για ακόμη μια φορά θα γίνω το θύμα σου. Είχαμε μείνει και φιλαράκια έτσι για την αξιοπρέπεια. Στέλναμε μηνύματα μετά το χωρισμό και λέγαμε να πάμε και για καφέ να πούμε τα νέα μας.

Και τελικά τον καφέ τον ήπιαμε με καθυστέρηση πέντε χρόνια αργότερα, σε μια γωνία, κοντά σε μια στάση λεωφορείου, ο καφές της παρηγοριάς. Κάθομαι απέναντί σου και σκέφτομαι διάφορα, αλλά μη χαίρεσαι, μόνο καλά δεν είναι. Μαλάκας ίδιος κι απαράλλαχτος είσαι.

Λέξεις επιτηδευμένες βγαίνουν καθώς μιλάς, πράγματα που ήδη ξέρω για σένα σε μορφή μπαλονιού έτοιμο να σκάσει γιατί τα παραφουσκώνεις και κάτι βλέμματα που θα ήθελες πολύ να βγουν προς τα έξω ερωτικά, αλλά καταλήγουν να σε κάνουν να φαίνεσαι λιγούρι πρώτης κατηγορίας, αποτελούν το σουρεάλ σκηνικό που βιώνω. Κάτσε, αγόρι μου, δεν μπορείς να με εντυπωσιάσεις πια. Μου πέρασε η καψούρα και σε απομυθοποίησα, σε εκθρόνισα.

Εγώ δεν ήθελα να σου μιλήσω καν για τη ζωή μου πλέον. Και τι να σου πω δηλαδή; Για τη δουλειά μου; Για τη σχέση μου; Καλύτερα να σε αφήσω με ερωτηματικά. Εγώ έτσι κι αλλιώς να σε εντυπωσιάσω δεν ήθελα, από παλιά ξέρεις ποια είμαι, έχουμε μοιραστεί μαζί σχεδόν τα πάντα. Ποιος έχει χρόνο άλλωστε να αναλύει επιτυχίες σε έναν άνθρωπο μίζερο που για χαρά λογίζει μονάχα τη δική του;

Συνεχίζεις να μου μιλάς και κοιτάω την ώρα να φύγω γιατί δε σε αντέχω άλλο, κατάντησες κυνικός με όλο αυτόν τον πρόλογο για τα επιτεύγματά σου και την ψωροανωτερότητά σου. Έχε χάρη που θέλω να ’μαι και ευγενική και δε σε διαολοστέλνω πάλι όπως έκανα παλιά. Δε σου αξίζει άλλωστε, βολεύτηκες πλέον σε αυτή την ψεύτικη τελειότητα κι ένας δικός μου λόγος μάλλον δε θα ηχήσει καν στα αυτιά σου.

Είσαι όμως ακόμη εκείνος ο μαλάκας που γνώρισα δυστυχώς. Είδες που σου έλεγα πως ο άνθρωπος δεν αλλάζει; Αν ήσουν από μια γωνία κι έβλεπες τον εαυτό σου, αγαπητέ μου πρώην έρωτα, θα συμφωνούσες μαζί μου. Γιατί δε γίνεται να με έχεις πληγώσει τόσο και σε δευτερόλεπτα να το ξεχνάς και να μου μιλάς για τη ζωή σου πλέον, για μια ζωή που χαίρομαι που δεν είμαι πια μέρος της.

Πολλές φορές κούνησα το κεφάλι μου συγκαταβατικά να συμφωνήσω με τις ηλιθιότητες που ξεστόμισες για να μη πω καμιά κακία και με παρεξηγήσεις. Πρέπει να πάω σπίτι μου και να ξεχάσω κάπως πως σε συνάντησα. Όχι γιατί ένιωσα κάπως περίεργα, απλά γιατί η συνείδησή μου νιώθει ενοχές που χαράμισα τόσο χρόνο να ακούω πράγματα που δε με ένοιαζαν καν.

Σου λέω πως δεν έχω χρόνο, πως πρέπει να γυρίσω γιατί είμαι κουρασμένη, γιατί με κούρασε η πάρλα σου. Σου λέω αντίο γιατί όντως είναι αντίο, έχω σκοπό να μη σε ξαναδώ ποτέ και αν σε δω να μη σου ξαναμιλήσω. Με φιλάς σταυρωτά, το φιλί του Ιούδα. Κα εγώ μένω κενή και εκπλήσσομαι γιατί πίστευα πως όταν θα σε ξαναδώ ίσως κάτι να νιώσω. Κι όμως, ένα απόλυτο και καλοσχηματισμένο τίποτα.

Ανηφορίζω προς το σπίτι και γυρνώντας να κοιτάξω πίσω, σε βλέπω να με κοιτάς να χάνομαι. Και να σου, από δίπλα σκάει μύτη κι η καινούργια. Μπράβο σου, πολύ ωραία κοπέλα! Μπράβο σου, πολύ ωραίος μαλάκας! Πήγαινε τώρα σε άλλη μια να της αποδείξεις το ποιόν σου γιατί τέτοιος είσαι και τέτοιος θα μείνεις.

Ο δικός μας ο κύκλος έκλεισε, δε θέλει άλλες αξιοπρεπείς φανφάρες, στην έκανα τη χάρη. Τώρα κάνω χάρη στον εαυτό μου, τώρα έχω αποφασίσει πως άτομα σαν εσένα δε χωράνε.
Στο καλό λοιπόν, να προσέχεις και να αγαπάς γιατί ξέρω πως μπορείς κι ας είσαι τέτοιος μαλάκας.

Γράφει η Έλλη Ζάχου
pillowfights

Σας ενδιαφέρουν κι' αυτά...