ΡΕΜΠΕΤΙΚΟ ΓΛΩΣΣΑΡΙ (μερος 1o)


Γιαχαραντάν... ντερβίσηδες

Αβανιά
Ρετσινιά, κακολογία, συκοφαντική διάδοση.

Αβάντα
1. Πλεονέκτημα, κέρδος, όφελος που συνήθως προέρχεται από επιλήψιμη διαδικασία, μίζα.
2. Υποστήριξη συνήθως έμμεση, μέσο, αβάντζα
3.(στο θέατρο): σύνολο γνωρισμάτων ρόλου ή παράστασης που σκοπεύουν στο να προσελκύσουν το κοινό με εξωτερικά, συνήθως φανταχτερά μέσα.

Αβανταδόρος
Ο εικονικός παίχτης, ο υποτιθέμενος αγοραστής που ενεργεί ώστε να προσελκύσει υποψήφια θύματα. Ειδικότερα, ο αβανταδόρος δρα στον "παπά": ένας στήνει τον "παπά" και οι συνεργάτες του, σαν κοινοί διαβάτες, "παίζουν" και "κερδίζουν", ώστε να πεισθεί ο αφελής ότι μπορεί να κερδίσει και εκείνος, αν παίξει.

Αβέρτα
Φανερά, άφοβα, χωρίς προφύλαξη, απροκάλυπτα.

Αγάλι
Σιγά, ήρεμα. [μεσαιων. αγάλη < αγαληνά < γαληνά]

Αγάντα
Κρατήσου γερά, μείνε κοντά.
2. κάνε υπομονή, κουράγιο.

Άγιος Νείλος
Περιοχή του Πειραιά, κοντά στο Χατζηκυριάκειο , όπου και η ομώνυμη εκκλησία.

Ακρόπολη, ΘεσσαλονίκηΤο βορειότερο και ψηλότερο τμήμα της παλιάς πόλης της Θεσσαλονίκης, στην περιοχή της Άνω Πόλης.
Ό,τι διασώθηκε από την πυρκαγιά του 1917, περιλαμβάνει τα τείχη της Ακρόπολης και το Επταπύργιο, το Γεντί Κουλέ .

Αλάνης
Πλήρης επεξήγηση στην Κλίκα.

Αληθινή
Παραδοσιακό χωριό ανάμεσα στην Ερμούπολη και την Άνω Σύρο.

Αλμπάνης
αδέξιος, άπειρος στη δουλειά του, ατζαμής, ( συνήθως λέγεται για τεχνίτες και γιατρούς).
[< από το (ν)αλμπάν(τ)ης < τουρκ., περσ. nalbant < nalbent = πεταλωτής]

Ανάπλι
Γνωστή, παλιά φυλακή ανατολικά της Ακροναυπλίας, στο εσωτερικό του όρμου.
Αρκετές οι αναφορές σ' αυτήν και στα τραγούδια και στη Λογοτεχνία, όπου περιγράφονται οι ιδιαίτερα σκληρές τιμωρίες σε βάρος των κρατούμενων, όπως και η άδικη κράτηση.

Ανθίζομαι
Αντιλαμβάνομαι, καταλαβαίνω κάτι που υποκρύπτεται, παίρνω είδηση, πιάνω, ψυχανεμίζομαι.

Άννυ Όντρα
Η Άννυ Όντρα (Anna Sophie Ondrakova) ήταν ηθοποιός και τραγουδίστρια, λαμπρό αστέρι του Χόλυγουντ.

Αντάμ αμάν
Άνθρωπέ (μου) έλεος.

Αντάμης
Παλικάρι, άντρας, θαρραλέος.
Το επίθετο "αντάμικος" περισσότερο σε χρήση στο ουδέτερο και πάντα για άψυχα αντικείμενα σημαίνει "αντρίκειο" αλλά και "αυθεντικό".

Αντελικιώτισσα
Η καταγόμενη από το Αντελικό ή Αιτωλικό, κωμόπολη στο νομό Αιτωλοακαρνανίας.

Ανφάν γκατέ
Κυριολεκτικά, το κακομαθημένο παιδί, το χαϊδεμένο, το μαμόθρεφτο.
Κατ' επέκταση, ο "καθώς πρέπει", ο εκλεπτυσμένος άνθρωπος (ή και κυρία).

Απάχης
Ονομάζονταν έτσι οι περιπλανώμενοι άνεργοι των μεγαλουπόλεων του Μεσοπολέμου. Επίσης, ο αλήτης, αλλά και ο κακοποιός. Τίτλος και οπερέτας της εποχής: "οι Απάχηδες των Αθηνών".

Αποτάζω
Αποκτώ.

Αραμπάς
Άμαξα με τέσσερις τροχούς που την έσερναν βόδια ή άλογα, κάρο. Χλευαστικά, η λέξη λέγεται επίσης για χερσαίο μεταφορικό μέσο που είναι υπερβολικά αργό.

Αρετσού
Παραλιακό προάστιο της Θεσσαλονίκης, στο Δήμο Καλαμαριάς.
Δημιουργήθηκε από Έλληνες πρόσφυγες που ήρθαν στη Θεσσαλονίκη μετά τη Μικρασιατική καταστροφή, προερχόμενοι από την Αρετσού (αρχαία Αρέθουσα), παραλιακή πόλη της Προποντίδας, το όνομα της οποίας και διατήρησαν στη νέα τους πατρίδα.

Ασίκης
1. λεβέντης, άντρας που συνδυάζει σωματικά και ψυχικά χαρίσματα.
2. Ο αγαπητικός, ο εραστής.
3. Στις γλώσσες της Ανατολής σημαίνει τραγουδιστής, πλανόδιος οργανοπαίκτης, τροβαδούρος. Τα τραγούδια των Ασίκηδων ήταν μακροσκελή, περιείχαν και διηγήσεις, κομμάτια από έπη με λόγια προσαρμοσμένα στην επικαιρότητα.

Άσος
1. εδώ, με τη μεταφορική σημασία, για κάποιον που είναι άριστος, πρώτος, που διακρίνεται σε έναν τομέα.
2. Επίσης, ο αριθμός ένα ή η πλευρά του ζαριού που είναι σημαδεμένη με μία μόνο βούλα ή το χαρτί της τράπουλας που έχει μόνο ένα χαρακτηριστικό σημάδι.
3. Στη φράση: "μένω στον άσο" = με εγκαταλείπουν όλοι και μένω μόνος, αποτυχαίνω, ή κάνω λάθος υπολογισμούς και μένω αδέκαρος.
4.Ή, "άσος κρυμμένος στο μανίκι" = κρυφό πλεονέκτημα που θα χρησιμοποιηθεί την κατάλληλη στιγμή.

Ατζαμής
Προηγείται η αραβική λέξη "Ajami", που σημαίνει "Πέρσης" [άρα, και "ξένος", "βάρβαρος" (έννοιες που απαντώνται επίσης) για τους Άραβες]. Στη συνέχεια, μεταφέρεται ως δάνειο στην τουρκική, ως "Acemi", με την έννοια αρχικά του έφηβου, του στρατολογημένου με το παιδομάζωμα, ο οποίος εκπαιδεύεται για να καταταγεί στο σώμα των γενίτσαρων, στη φρουρά των σουλτανικών ανακτόρων. Εξελικτικά η λέξη παίρνει τις εξής σημασίες: αμάθητος, πρωτόπειρος, πρωτόβγαλτος, πρωτάρης, κακότεχνος, ανίδεος, άπειρος... και με αυτές τις έννοιες έχει περάσει η λέξη και στη δική μας γλώσσα.

Άφρα
Ο αφρός της θάλασσας, η κορυφή.

Α.Χ.Ε.Π.Α.
Ακρωνύμιο του οποίου τα αρχικά μεταφράστηκαν ως "Αμερικανική Ελληνική Εκπαιδευτική Προοδευτική Εταιρεία". Ιδρύθηκε το 1922.


Βαλαντώνω
Στενοχωριέμαι υπερβολικά, μαραζώνω, εξαντλούμαι σωματικά.

Βαλεντσιάνες
Οι γυναίκες της Βαλέντσιας ή Βαλένθιας, μια από τις 17 αυτόνομες κοινότητες της Ισπανίας στα ανατολικά της χώρας.

Βάρνα
Περιοχή της Θεσσαλονίκης, εκτός των τειχών, μεταξύ των δήμων Θεσσαλονίκης και Νεάπολης.

Βεδουΐνος, Βεδουΐνα
Οι νομαδικές φιλές των Αράβων βοσκών, οι οποίες εντοπίζονται σε όλο το μήκος των εκτάσεων που καλύπτει η έρημος, από τις ακτές της Σαχάρα στον Ατλαντικό μέχρι τη Χερσόνησο του Σινά και ανατολικά την Αραβική έρημο.

Βεράνι
Ολοκαύτωμα, καταστροφή, ετοιμόρροπο κτίσμα.

Βερεσέ
Μάταια (ακούω), χωρίς να δίνω σημασία ή να παίρνω υπόψη μου κάτι.
2. Αρχικά σημαίνει "με πίστωση", "χωρίς άμεση πληρωμή".

Βέρος
Αληθινός, γνήσιος, πραγματικός, αυτόχθων.

Βέρτζινος
Aγνός, αθώος, παρθένος.

Βιδάνιο
1. τα ποσοστά από τα κέρδη χαρτοπαιξίας που έχει το δικαίωμα να κρατάει η χαρτοπαιχτική λέσχη ή το καφενείο, αλλιώς γκανιότα.
2. το υπόλειμμα πιοτού στο ποτήρι, το απόπιομα.

Βίλι Φριτς
Willy Fritsch (1901 - 1973), διάσημος Γερμανός ηθοποιός.
Πρώτη του συμμετοχή σε ταινία το 1921 στη "Miss Venus", αλλά οι μεγαλύτερες επιτυχίες ήρθαν γι' αυτόν όταν εμφανίστηκαν ως ζευγάρι μαζί με την Lilian Harvey, από το 1928 και έως το 1937

Βλάμης, Βλάμισσα
1. αδελφοποιτός, σταυραδελφός, φίλος, σύντροφος.
2. γενναίος, λεβέντης, ασίκης.

Βορονώφ Σεργκέϊ
Ρώσος φυσιολόγος (1866-1951), που πήρε τη γαλλική ιθαγένεια το 1897.
Στον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο υπηρέτησε ως διευθυντής στο χειρουργικό τμήμα του ρωσικού νοσοκομείου στη Γαλλία.

Βουρλά
Περιοχή της Σμύρνης.


Γαλατάς
Περιοχή της Κωνσταντινούπολης, στη βόρεια πλευρά του Κερατίου κόλπου.

Γαλησσάς
Χωριό στη δυτική πλευρά της Σύρου, 7 χιλιόμετρα από την Ερμούπολη.

Γεντί Κουλέ
Η διαβόητη, ίσως η δεύτερη (μετά τ’ Ανάπλι ) χειρότερη φυλακή του ελληνικού χώρου, στη Θεσσαλονίκη, ένα κάτεργο που χρησιμοποιήθηκε όχι μόνο για ποινικούς κρατούμενους, αλλά και για χιλιάδες αγωνιστές της Εθνικής Αντίστασης και των δημοκρατικών αγώνων του ελληνικού λαού κατά την περίοδο του Εμφύλιου.
Ένα μνημείο του οποίου ένα μέρος ακουμπά σε αρχαίο τείχος του 4ου π.Χ. αιώνα και το υπόλοιπο στο φρούριο του Επταπυργίου, κτίσμα του 12ου αιώνα.

Γιαβάς - γιαβάς
Σιγά – σιγά.

Γιαβάσης
Ήρεμος, ψύχραιμος, αυτός που αποφεύγει τους καυγάδες. Επίσης, σιγανός, ήπιος.

Γιαβουκλού
Αγαπητικός, αγαπητικιά, ερωτευμένος, ερωτευμένη.

Γιαβρούμ
Παιδί μου, μωρό μου (προσφώνηση). [τουρκ. yavrum].

Γιαγιάδες
Οι αδελφοί Ιωάννης, Κίμων και Κων/νος Γιαγιάς, γαιοκτήμονες και τοπάρχες Σαμιώτες, αφού αγωνίστηκαν για την ένωση της Σάμου με την Ελλάδα, αργότερα οργάνωσαν κίνημα για την αυτονομία του νησιού τους και για απόσχιση από το Ελληνικό Κράτος. Φυγόδικοι κατέφυγαν στην Τουρκία, από όπου έκαναν δυο κινήματα κατά της Σάμου, συνελήφθησαν το 1927 και εξοντώθηκαν από την κεντρική εξουσία.

Γιαγκίνι και Γιανγκίνι
1.Πυρκαγιά.
2. μεγάλο πάθος, έρωτας.

Γιαρές, Τζαρές
1. δουλειά.
2. τραύμα, πόνος, ψυχικός πόνος"
3. "Γιαρές" είναι και ερωτικό ανατολίτικο τραγούδι που τραγουδιέται με πάθος.
4. Στη Μάνη που λέγεται η λέξη αυτή, έχει και την έννοια «δύναμη».

Γιαραμπί
"Κύριος κι ο θεός των Μουσουλμάνων (ο Γιαραμπής), Κύριος κι ο θεός των Ιουδαίων (ο Ιεχωβάς)".

Γιατάκι
1. το στρώμα, το κρεβάτι και γενικά το μέρος όπου κοιμάται κάποιος.
2. κατάλυμα, λημέρι, κρυψώνα, ορμητήριο, άντρο.

Γιλντίζ
Αστέρι.

Γινάτι, Ινάτι
Πείσμα, επιμονή.

Γιορντάνι
Περιδέραιο, κολιέ από χρυσά ή ασημένια φλουριά.

Γιουρούκοι, Yόrόkler
Μια από τις φυλές των νομάδων [ίσως μια ονομασία η οποία χρησιμοποιούνταν για να καλύψει τους νομαδικούς τουρκμενικούς πληθυσμούς που ασχολούνταν με την κτηνοτροφία (παράγεται από το παλαιοτουρκικό ρήμα -yori- = περπατώ, βαδίζω σε πορεία) και απαντάται σε 47 φωνηεντικές παραλλαγές)] εγκαταστάθηκαν στη Μικρά Ασία μόνιμα, ασχολούμενοι σε μεγάλο βαθμό με την κτηνοτροφία. Εξισλαμίστηκαν, αλλά μόνο επιφανειακά, διατηρώντας τη θρησκοληψία, τις δεισιδαιμονίες και τα ανιμιστικά στοιχεία της προηγούμενης θρησκείας τους.

Γιούργια
1. Έφοδος, επίθεση.
2. προτρεπτικό και ενθαρρυντικό για κάποια ομαδική προσπάθεια.
3. εμπρός.

Γιούσερ
Είδος μαύρου κοραλλιού, φυτού που αναπτύσσεται στο βάθος της θάλασσας, με το οποίο κατασκευάζονται είδη διακόσμησης.

Γκεζί
Παρέα, συμφωνία, λούκι, συνάντηση.

Γκελ
Έλα.

Γκιαούρ Ισμίρ
Σμύρνη προδότρα, άπιστη, σύμφωνα με τους Τούρκους. Οι Έλληνες καμάρωναν για το χαρακτηρισμό αυτό.

Γκιαούρης
Άπιστος. Οι Τούρκοι χαρακτήριζαν έτσι όσους δεν αλλαξοπίστησαν. Η λέξη, γι' αυτούς, σημαίνει "προδότης".
[τουρκ. gavur].

Γκιζερίζω
Τριγυρνώ, περπατώ και παρακολουθώ.

Γκιουζέλ
Ωραίος, πανέμορφος.

Γκιουλέκας
Αυτός που παριστάνει τον νταή, το σκληρό, τον παλληκαρά.

Γκλάβα
Κεφάλι

Γκραν
Πολυτελής, αυτός που αρμόζει σε επίσημες περιστάσεις.

Γυαλί Καφενές
Καταγώγιο γνωστό της εποχής.


Δαχτυλήθρες
Παιχνίδι, στο οποίο έπρεπε να ποντάρεις και να βρεις σε ποια από τις τρεις (συνήθως) δαχτυλήθρες [που είχε μπροστά του ο "παπατζής" ] μπορεί να βρισκόταν το στραγάλι, η φακή ή το ρεβύθι.Ακούγεται στο τραγούδι: "Ο Παπατζής" (1934)Στ., μουσ.: Β. ΠαπάζογλουΕρμην.: Στ. Περπινιάδης"... έπαιζα και δαχτυλήθρεςμα συ μου ξηγιόσουν τρίχες..."

Δερβέναγας
΄Ανθρωπος με τυραννική συμπεριφορά που ασκεί αυθαίρετη και απόλυτη εξουσία, σατράπης. Κατά λέξη, ο αρχηγός των ένοπλων που φρουρούσαν τις διαβάσεις των βουνών. [τουρκ. derbent (στενό πέρασμα, φαράγγι, χαράδρα) και agasi (αγάς): "ο αγάς του δερβενίου"].

Δερβίσης
1. Ο λεβέντης, ο περήφανος.
2. Ονομασία μουσουλμάνου μοναχού που ζει σε ειδικά ασκητικά κέντρα, τους τεκέδες.

Δερβισόμαγκας
Λεβέντης, μάγκας.
[τουρκ. derviş = φτωχός, αφοσιωμένος στο Θεό]

Δεφτέρι
Τετράδιο για λογαριασμούς ή σημειώσεις, αρχείο δημόσιας αρχής, κιτάπι, κατάστιχο, βιβλιαράκι, σημειωματάριο.

Δραγουμάνος
O διερμηνέας, ο μεταφραστής (άτομο συνήθως μη τουρκικής καταγωγής που υπηρετούσε στηνΑυλή του Σουλτάνου).


Εϊ γκιουλέ ολσούν
Σε καλό να βγει.

Ειρκτή
1. Η φυλακή, κάθε τόπος καταδίκης ή ακούσιας κράτησης .
2. Κάθε χώρος στον οποίο καταλήγει κανείς χωρίς να μπορεί να ξεφύγει.
3. Επίσης, κάθε ποινή στέρησης της προσωπικής ελευθερίας για χρονικό διάστημα 5 έως 20 ετών, η κάθειρξη.

Εν-Αρ-Ε (NRA)
Αμερικάνικη οικονομική βοήθεια στους μετανάστες για την οικοσκευή τους.Ακούγεται στο τραγούδι:"... με το εν-αρ-ε, θα σου πάρω καναπέ..."[ΝRA (National Recovery Act = Πράξη Εθνικής Αποκατάστασης)]

Εσμέρ σεκερίμ
Μελαχρινή (μου) γλύκα


Ζαπιές, Ζαπτιές
Χωροφύλακας ή αστυνομικός του παλαιού τουρκικού κράτους.

Ζαράρι
Η εσκεμμένη ζημιά, το κακό, η χασούρα.

Ζαργάνα
Λεπτή, λυγερή και ευκίνητη γυναίκα (κυριολεκτικά: είδος ψαριού με στενό και μακρύ ρύγχος, με μήκος 40-80 εκατοστά και νόστιμο κρέας).
[μεσαιων. ζαργάνη < πιθανόν, αρχ. σαργάνη].

Ζοριλίκι
Νταηλίκι, μαγκιά, τσαμπουκάς, εκδήλωση αποφασιστικότητας.

Ζορμπάς
Γενναίο παλλικάρι (που έρχεται σε σύγκρουση με τα αφεντικά, παίρνει τα όπλα του και ανεβαίνει στα βουνά), περήφανος, ανυπότακτος, ανεξάρτητος, εκδικητής, αντάρτης. Ομάδες Τούρκων που συγκρούονταν με την εξουσία, για να αποφύγουν την καταδίωξη, έπαιρναν τα βουνά και ονομάζονταν Ζορμπάδες. Οι Ζορμπάδες ήταν ο πονοκέφαλος της τουρκικής εξουσίας, παράγοντας αταξίας και ανησυχίας. [τουρκ. Zorba].

Ζορμπαλίκι
Oνομαζόταν ένας συγκεκριμένος τρόπος ζωής, κάτι σαν λαϊκό αντάρτικο. Μάλιστα στη συνείδηση των Τούρκων ταυτίζονταν με τους κλέφτες. [σύμφωνα με το τούρκικο λεξικό: Zorba:
1. τύραννος, δεσπότης, καταπιεστής, δυνάστης, σατράπης
2. τραμπούκος, κέρατο βερνικωμένο, αντράκι
3. βίαιος, δεσποτικός, καταπιεστικός, σατραπικός].

Ζούλα
1. Στα κρυφά, σε μια στιγμή εφησυχασμού, χαλάρωσης των άλλων.
2. καταφύγιο, κρυψώνας.


Ικιτέλι
Δίχορδος ταμπουράς.

Καβουρμάς
1. Το τσιγαρισμένο κρέας που φτιάχνεται με κρεμμύδι και βούτυρο.
2. Κρέας που έχει καβουρντιστεί και φυλάσσεται σε λίπος, μέχρι να χρησιμοποιηθεί.
3. Σε μερικές περιπτώσεις καβουρμάς λέγεται και το ξεροψημένο, τραγανό, κουλούρι.

Καδέλι, Κάδος
Μεγάλο μεταλλικό ή πλαστικό δοχείο στο οποίο τοποθετούνται βαριά αντικείμενα.
Ακούγεται στο τραγούδι:"Ο Μάρκος ο πολυτεχνίτης" (1937)Στ., μουσ.: ΠεριστέρηςΕρμηνεία: Βαμβακάρης, Καρύβαλη"...Το βράδυ το καδέλι μου το τσάκωνα στα χέρια..."

Καζαντίζω, Καζάντι, Καζάντια
Προκόβω, βγάζω λεφτά, κερδίζω, κάνω περιουσία.
[τουρκ. Kazandim, αορ. του ρ. kazanmak].

Καλάμι
Το μαρκούτσι που χρησιμοποιούσαν σε αυτοσχέδιους ναργιλέδες.

Καλαμπαλίκι
Θόρυβος που προκαλείται από συγκεντρωμένο πλήθος, οχλαγωγία, χάβρα.

Καλάρω
Ρίχνω πετονιά, παραγάδι, δίχτυα κ.λπ.

Καλντερίμι
1. Λιθόστρωτος δρόμος, συνήθως στενός, με ακανόνιστες στο σχήμα και τη μορφή πέτρες ή πλάκες.
2. Μεταφορικά, η προσπάθεια της πόρνης να εξασφαλίσει πελάτη στο δρόμο.

Καλούμπα
O σπάγγος του χαρταετού, που είναι τυλιγμένος σε ένα κυλινδρικό κομμάτι ξύλου, αλλά και ως προτροπή σε κάποιον (που πετάει αετό), αλλά και για να παρακινήσουμε κάποιον να συνεχίσει κάτι που άρχισε.

Κάμα, Καμίτσα
Δίκοπο μαχαίρι, αιχμηρό."...Αν είσαι κουτσαβάκι, που΄ναι η καμίτσα σου..."
[τουρκ. kama]

Καναβούρι
Το χασίσι.

Καντίνι
Άψογα, στην τρίχα.
Η έκφραση προήλθε από το καντίνι του μπουζουκιού, την πιο υψίφωνη δηλαδή χορδή του, που συνήθως κουρδίζεται πρώτη από τις άλλες.

Κάνω ντου
1. Εισβάλλω σε κλειστό χώρο
2. αιφνιδιάζω με την παρουσία μου
3. ορμάω.

Κάνω την κυρία
Προσποιούμαι τον ανήξερο.

Καπάνταης, Καμπάνταης
O αρχηγός των νταήδων. Συνήθως είχε και δική του περιοχή επιρροής, σε μία γειτονιά, με άσχημα αποτελέσματα αν κάποιος άλλος διεκδικούσε τμήμα της ή και ολόκληρη την περιοχή.
[τουρκ. kabadayi].

Κάπελας
Ταβερνιάρης.

Καπετανάκης
Oνομαστός για τη σκληρότητά του δεσμοφύλακας των φυλακών της Αίγινας, άγνωστο όμως πότε ακριβώς (οι φυλακές της Αίγινας λειτούργησαν από το 1880 έως το 1985).
Καραβάς
Τοπωνύμιο που απαντά σε πολλές περιοχές.

Καρακόλι
Χωροφύλακας.

Καραμπουρνάκι ή Μικρό Καραμπουρνού ή Μικρό Έμβολο
Aκρωτήριο που βρίσκεται στην Καλαμαριά της Θεσσαλονίκης, όπου βρισκόταν η αρχαία Θέρμη του 7ου π.Χ. αιώνα και το βυζαντινό λιμάνι Κελλάριον, αργότερα.

Καραπιπερίμ
Μαύρο πιπέρι.

Καράρι
Το ταιριαστό, το πρέπον, το κανονικό.

Καρδάρας Στέλιος
Πατριώτης, συνελήφθη στον Αϊ-Γιάννη το Ρέντη από τους γερμανοτσολιάδες και σκοτώθηκε στον Άγιο Διονύση, στον Πειραιά, το '43, σε ηλικία 19 χρονών. Τον έκλαψε όλη η Κοκκινιά.

Κάρντιφ
Πρωτεύουσα της Ουαλίας και η μεγαλύτερη πόλη της.
Βρίσκεται στα νότια της χώρας.

Καρτούτσο
Δοχείο κρασιού που χωράει ποσότητα ίση με το 1/4 του κιλού.

Καρφωτήδες
Προδότες, ρουφιάνοι.

Κασαβέτι
Λύπη, στενοχώρια.

Κασαδόρος
Διαρρήκτης χρηματοκιβωτίου.

Κασμάς και Γκασμάς
Εργαλείο για σκάψιμο σε σκληρό έδαφος, με ξύλινο στέλεχος και σιδερένια κεφαλή, η ο οποία έχει μια τρύπα στη μέση, όπου μπαίνει το στέλεχος, και της οποίας το ένα άκρο είναι αιχμηρό και το άλλο πλατύ.

Καστιγκάρι
Εξελληνισμένο και με παραφθορά το διαβόητο Καστλ Γκάρντεν (Castle Garden) , το κτηριακό συγκρότημα στο Έλις Άϊλαντ, νησάκι στην είσοδο του λιμανιού της Νέας Υόρκης.
Εκεί ήταν το σημείο υποδοχής και ταυτόχρονα λοιμοκαθαρτήριο για τους των μετανάστες μας.

Κασόμπρα
Η τιποτένια, η άσχημη, η χαμηλής νοημοσύνης, η κακοντυμένη και με κακούς τρόπους γυναίκα.

Καταπινάρι
O φάρυγγας, μέσω του οποίου η τροφή κατεβαίνει στο στομάχι.
Κατ' επέκταση, το λαρύγγι, οι φωνητικές ικανότητες ενός ανθρώπου.
Ως προσφώνηση: "...Γεια σου, Γεωργία, να χαρώ το καταπινάρι σου..."
[από το ρ. καταπίνω < καταπιόνας < καταπινάρι]

Κατσαμάκια
Καμώματα, νάζια, υπεκφυγές, προφάσεις.

Κατσάρι
Η δερμάτινη παντόφλα.

Κατσιβέλα
Γύφτισσα.
[ιταλ. cattivelo=σκλάβος, δυστυχής]

Κατσιρμάς
1.Λαθρεμπόριο.
2. Τα καπνά που τα μετέφεραν λαθραία, τότε που υπήρχε κρατικό μονοπώλιο στον καπνό.

Καψούρης, Καψούρα
Ερωτευμένος με πάθος και συνήθως χωρίς ανταπόκριση, παθιασμένος με κάτι.

Κελεπτσές
Χειροπέδες.

Κεμετζές
Η ποντιακή λύρα. [τουρκ. Kemence < περσ. keman "δοξάρι"].

Κένταυροι
Ήταν το όνομα της 131ης μεραρχίας αρμάτων του Ιταλικού στρατού, που ήταν ενισχυμένη σε πεζικό με τάγματα Αλβανών και Μελανοχιτώνων και είχε την υποστήριξη από βαρύ πυροβολικό και αεροπορικές δυνάμεις. Παρά την υπεροχή πυρός που είχαν οι Ιταλοί Κένταυροι όμως, γνώρισαν την ήττα από τους Έλληνες στις μάχες που έγιναν στο Καλπάκι, τις πρώτες μέρες της ιταλικής εισβολής στην Αλβανία. Στο Καλπάκι πρωτακούστηκε και η περίφημη πολεμική ιαχή “αέρα” των Ελλήνων φαντάρων.

Κεπούρα Ζαν
Διάσημος βαθύφωνος της Σκάλας Mιλάνου.

Κερχανάς
Μπορντέλο.

Κεσάτι
Η αναδουλειά, η πτώση της εμπορικής κίνησης και δραστηριότητας
[τουρκ. λ. Kesat]

Κιμπάρης
Άνθρωπος με φυσική ευγένεια, γενναιόδωρος, ντόμπρος και αξιοπρεπής. Επίσης, αυτός που είναι ντυμένος με ρούχα ακριβά, κομψά και διακριτικά.
[τουρκ. kibar].

Κισμέτ
Η μοίρα, το πεπρωμένο, ως αναφορά στη μουσουλμανική κοσμοθεωρία και στην ανατολίτικη μοιρολατρία.

Κιτάπια
1. Τα κατάστιχα,
2. τα εμπορικά ή λογιστικά βιβλία
3. (ενίοτε ειρωνικά), οι σημειώσεις, τα χαρτιά.

Κλωστηρού
Η εργάτρια σε εργοστάσιο κατασκευής νημάτων, σε νηματουργείο.

Κογιονάρω
Κοροϊδεύω, εμπαίζω, ειρωνεύομαι. [βενετ. cogionar].

Κοζάρω
1. Κοιτάζω κάποιον ή κάτι προσεκτικά, βλέπω, διακρίνω, μπανίζω.
2. Το προσεκτικό κοίταγμα (κυρίως στη φράση "κάνω κόζι ή παίρνω κόζι" = παρακολουθώ, παίρνω μάτι, μπανίζω). 
3. Στη χαρτοπαιξία, το ισχυρό φύλλο που νικάει τα υπόλοιπα.

Κολαουζέρης
O επιτηρητής, ο καθοδηγητής των δυτών.

Κολντεμίρι
Η αμπάρα.

Κολτσίνα ή κοντσίνα ή κολιτσίνα
Από τα πιο απλά και «αθώα» παιγνίδια της τράπουλας, βασιλιάς των ανά την επικράτεια καφενείων! Το παιγνίδι είναι μάλλον Ρώσικης προέλευσης. Παίζεται με όλα τα φύλλα της τράπουλας, συμμετέχουν δυο ή τέσσερις παίχτες και στην πιο απλή μορφή του οι πόντοι που προσπαθεί να συγκεντρώσει κάθε παίχτης είναι πέντε. Δυο παίρνει όποιος έχει πάνω από είκοσι έξι φύλλα, ένα πόντο όποιος έχει τα περισσότερα σπαθιά, ένα πόντο όποιος έχει το δύο σπαθί και ένα πόντο o κάτοχος του δέκα καρώ.

Κομισέρης
Αξίωμα στο οθωμανικό αστυνομικό σώμα στις αρχές του 20ού αιώνα, ο επιθεωρητής της αστυνομίας, ο εντεταλμένος, ο επίτροπος.

Κόνιαλης
1. Κάτοικος του Ικονίου (Κόνια, στα τουρκικά).
2. Χορός των τουρκόφωνων Ρωμιών του Ικονίου. Πολλοί ταβερνιάρηδες του Γαλατά ήταν Κονιαλήδες και τον χόρευαν.

Κονιόρος
Ο ξύπνιος, ο μάγκας.

Κόνξες
1. Νάζια, πείσματα.
2. αντιδραστική ενέργεια ή συμπεριφορά, καπρίτσιο, ιδιοτροπία, παραξενιά.
3. υπαναχώρηση σε κάτι, το οποίο είχα υποσχεθεί ή το οποίο είχα συμφωνήσει.

Κοντζαγάκι
Τοποθεσία στα περίχωρα της Σμύρνης.

Κοντραμπατζής
Λαθρέμπορος.
Κοντραπάντο ή κοντραμπάντο (λέξη λατινικής καταγωγής) σημαίνει λαθραίο εμπόριο, λαθρεμπόριο (και μεταφορικά: τέχνασμα, απάτη).

Κορτάκιας
Συνώνυμο - Ετικέτα: Κορτάκηδες αυτός που ερωτοτροπεί συνεχώς.
[ιταλ. corte = αυλή παλατιού < λατιν. cohors. Αρχική έννοια: φέρομαι ευγενικά, όπως αρμόζει σε αυλικούς].

Κουβέρτα
Στη ναυτική ορολογία, το κατάστρωμα του πλοίου.
Γενικά, μια συνεχής οριζόντια επιφάνεια που μπορεί να εκτείνεται σε όλο το μήκος του πλοίου ή να περιορίζεται σε μέρος αυτού.

Κουκλουτζάς
Χωριό στα περίχωρα της Σμύρνης με καθαρά ελληνικό πληθυσμό από το 19ο αιώνα.

Κουλαντρίζω
Χειρίζομαι επιδέξια, χρησιμοποιώ, καταφέρνω κάτι, τα βγάζω πέρα, "τα ρίχνω" σε κάποιον ή κάποια.
[τουρκ. kullandi, kullanmak= χρησιμοποιώ, οδηγώ].

Κούλουρη
Η Σαλαμίνα

Κουμπές
Τρούλος, θόλος εκκλησίας ή αρχοντικού.
[τουρκ. kubbe < από τα αραβ.]. 

Κουμπουριά
Η πιστολιά

Κουμπούρας
Αυτός που κρατά κουμπούρα, δηλαδή πιστόλι παλιού τύπου.
[ τουρκ. kubur, ελλην. αντιδάνειο < από το κουμπί, μια και έβαζαν το πιστόλι σε κουμπωτό περιστήθιο]

Κουνελάκη
Ύψωμα στη Δραπετσώνα.

Κουρνάζος
Ξύπνιος, ανοιχτομάτης, πονηρός, κατεργάρης.

Κουρντίζομαι
Στολίζομαι, ετοιμάζομαι.

Κουσαντιανή
Η καταγόμενη από το Κους Αντασί, τοπωνύμιο παραλιακής περιοχής κοντά στην Έφεσο.

Κουσουμάρω
1. χρησιμοποιώ κάτι με επιτυχία, χειρίζομαι.
2. επιδεικνύω, μοστράρω.
3. φέρομαι, συμπεριφέρομαι.

Κουταλιανός
Ο Παναγής Κουταλιανός (1847-1916) ήταν πρωταθλητής στην άρση βαρών και παλαιστής.
Είχε μεγάλη μυϊκή δύναμη και αθλητικό παράστημα. Δούλευε αρχικά ναύτης σε εμπορικά καράβια και, αργότερα, έγινε επαγγελματίας αθλητής.
Το διάστημα 1882-1892 που βρισκόταν στην Αμερική, νίκησε πολλές φορές σε αγώνες πάλης και άρσης βαρών.
Το όνομα του Κουταλιανού έγινε θρυλικό.
[Το όνομα "Κουταλιανός" το πήρε από την ιδιαίτερη του πατρίδα, το νησί Κούταλη της Προποντίδας].

Κουτούκι
1. Μικρή λαϊκή ταβέρνα.
2. Ξύλα από σκίνα, οι ρίζες των σκίνων.
3. Aυτός που δεν βλέπει από το μεθύσι.
[ τουρκ. Kutuk= κούτσουρο].

Κουτσαβάκι, Κουτσαβάκης
Λαϊκός μάγκας των αρχών του 20ού αιώνα, κυρίως στην Αθήνα, με χαρακτηριστικό μουστάκι, ντύσιμο και τρόπους που μιμούνται τους παλιούς νταήδες της εποχής. Με την πάροδο των χρόνων, οι παλιοί νταήδες κατηγορήθηκαν από την κατεστημένη τάξη για εσκεμμένη επίδειξη δύναμης (η οποία ενδέχεται σε ορισμένες περιπτώσεις να ήταν και πραγματική), με αποτέλεσμα η λέξη να αποκτήσει γενικά την έννοια του ψευτοπαληκαρά, αυτού που κάνει επίδειξη δύναμης χωρίς λόγο.
Η ονομασία οφείλεται στον Κουτσαβάκη, υπαρκτό πρόσωπο, γνωστό μάγκα του 19ου αιώνα. Στο λαϊκό τραγούδι η λέξη χρησιμοποιείται με την έννοια του ψευτοπαληκαρά, του νταή. Ο Μάρκος, όμως, στο "Όλοι οι ρεμπέτες του ντουνιά" τη χρησιμοποιεί θετικά. Άγνωστης ετυμολογίας η λέξη.

Κουτσουκάρι ή Κουτσικάρι
O σημερινός Κορυδαλλός.
Από το όνομα του Γεωργίου Κουτσικάρη, ο οποίος κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας είχε ένα μεγάλο τσιφλίκι στην περιοχή.

Κοχλαράκιας
O πρεζάκιας που παίρνει τη δόση του με ένεση χρησιμοποιώντας κουτάλι (κοχλάρι = κουτάλι).

Κουρμπέτι
Η σκληρή, η δύσκολη, γεμάτη βάσανα ζωή, ο αγώνας για τη βιοπάλη.
Ζω στο κουρμπέτι = έχω ψηθεί στη βιοπάλη, έχω μεγάλη πείρα από τις δυσκολίες της ζωής.
[Από το τούρκικο (και προγενέστερο αυτού αραβικό) gurbet = ξενιτειά.

Κούτσουρα του Δαλαμάγκα
Ταβέρνα στη Θεσσαλονίκη.
Είχε το όνομα του ιδιοκτήτη της, Γιώργου Δαλαμάγκα, και λειτούργησε από το 1936 και για 10 χρόνια.
Στην Κατοχή ο Βασίλης Τσιτσάνης, ο Μάρκος Βαμβακάρης και Γιάννης Παπαϊωάννου δούλευαν σε αυτήν την ταβέρνα.

Κούφιο
1. Περίστροφο, όπλο.
2. Για ανθρώπους: κάποιος χωρίς αξία, άδειος, χωρίς πνευματικές ανησυχίες).

Κρατάω τσίλιες
Παραφυλάω μήπως παρουσιαστεί αστυνομικό ή άλλο εποπτικό όργανο, την ώρα που συνεργάτης ή συνεργάτες μου κάνουν κάτι παράνομο ή παράτυπο, ώστε να τους ειδοποιήσω έγκαιρα.
[ιταλ. ουδ. ciglio = βλεφαρίδα, βλέφαρο].

Κρεμμυδαρού
Περιοχή της Δραπετσώνας, στην Ανατολική της πλευρά.
Σήμερα λέγεται Λιμανάκι.
Γνωστή από τα περίφημα κέντρα της ( όπου έπαιξε η ξακουστή Τετράς του Πειραιά, αλλά και οι: Γ. Τσαούς, Παπαϊωάννου, Χατζηχρήστος, Περιστέρης, Κηρομύτης), αλλά και από τους τεκέδες της.

Κρεπάρω
Σκάω, έχοντας ξεπεράσει τα όρια της ψυχικής μου αντοχής, αισθάνομαι υπερβολική δυσφορία από εσωτερική πίεση, συντρίβομαι.
[<ιταλ. crepare].

Κρίσις
Πρόκειται για την παγκόσμια οικονομική κρίση του 1929 – 1932.


Λάγνος
Φιλήδονος, αυτός που εκπέμπει και προκαλεί ερωτισμό.

Λάζο
Είδος μαχαιριού που διπλώνει στη λαβή, στιλέτο.

Λακριντί
1. Συζήτηση, κουβεντολόι, φλυαρία.
2. παράπονο, βάσανο κ.λπ., με την έννοια του "φλυαρώ - γκρινιάζω για το πρόβλημά μου", "λέω τον πόνο μου".
3. έκφραση πόνου, καϋμού, βασάνων, κλάμα, μουρμούρα και μοιρολόϊ.
[λατιν. lacrimae = δάκρυ, τουρκ. "lakirdi" = κουβεντολόι, κουτσομπολιό].

Λαχανάδες
Πορτοφολάδες - πορτοφόλι.
Επίσης κλέφτες, λαθρόβιοι (τσιμπώ λάχανα: κλέβω πορτοφόλια).

Λάου- λάου
Σιγά-σιγά, με το μαλακό, ύπουλα.

Λεβέντης
Νέος, ανδρείος, ιππότης (τουρκική λέξη).
Στην τουρκική γλώσσα σήμαινε και ναυτικός και πολιτογραφήθηκε και στην ελληνική γλώσσα με παρόμοια σημασία.
Οι Τούρκοι ιστορικοί ονόμαζαν Λεβέντ τους επαγγελματίες ή μισθοφόρους ναυτικούς, τους κουρσάρους, γενικά τους θαλασσινούς. Λεβέντ επίσης ονομάζονταν τα πληρώματα του οθωμανικού στόλου και αποτελούνταν από Έλληνες, Δαλματούς και Αλβανούς ναυτολογημένους από Τούρκους πασάδες.

Λεγένι, Λαγήνι Λαΐνι
1. Γενικά, η λεκάνη
2. η λεκάνη του νιπτήρα.

Ακούγεται στο τραγούδι: "Τουμπελέκι, τουμπελέκι" (1931)
Στ., μουσ. και ερμηνεία: Κ. Μπέζος

"...τούμπα-τούμπα το λεγένι..."
[τουρκ. legen< περσ. lagan=μπρούτζινη ή χάλκινη λεκάνη για το πλύσιμο των χεριών.]

Λελέκι
1. Ο πελαργός.
2. (μτφ.) πολύ ψηλός και λεπτός άνθρωπος(ονομασία που οφείλεται στην ομοιότητα με το πτηνό).

Ακούγεται στο τραγούδι: "Τουμπελέκι, τουμπελέκι" (1931)
Στ., μουσ. και ερμηνεία: Κ. Μπέζος

"...τουμπελέκι-τουμπελέκι, βρε,
που μας κάνεις το λελέκι..."
[τουρκ. leylek ].

Λεμές
1. Άνθρωπος κατώτερης στάθμης, κάθαρμα, παλιάνθρωπος.
2. Ονομάζεται έτσι και ένας τύπος ώριμης σταφίδας.

Ακούγεται στο τραγούδι: "Μες στου Συγγρού τη φυλακή" (1932)
Στ., μουσ. και ερμηνεία: Αντ. Διαμαντίδης (Νταλγκάς).

"... θα τον τσακίσω το λεμέ
και σένανε σουρουκλεμέ.
θε να σας κάνω τσιμπητούς
και θα σας πάνε σηκωτούς..."

[από το τουρκ. elleme (κατά πάσα πιθανότητα) = μεγάλο αντικείμενο που δεν περνάει από το κόσκινο].

Λεμονάδικα
Η ακτή Τζελέπη, (πλατεία Καραϊσκάκη) .
Οφείλει την ονομασία αυτή ("Λεμονάδικα") στο ότι, στο συγκεκριμένο σημείο, έφταναν και άραζαν καΐκια και ιστιοφόρα εμπορικά, γεμάτα φρούτα, κυρίως όμως λεμόνια, από τα νησιά, και πιο πολύ από τον Πόρο.

Ακούγεται στο τραγούδι:
"Οι Λαχανάδες" (1934)
στ., μουσ.: Παπάζογλου
ερμηνεία: Παπάζογλου, Εσκενάζυ

"...κάτω στα Λεμονάδικα έγινε φασαρία
δυο λαχανάδες πιάσανε
που κάναν την κυρία..."

Λιμά
1. Τα χαμηλής αξίας χαρτιά στην τράπουλα.
2.Τα λόγια χωρίς σημασία, λόγια χωρίς πειστικά επιχειρήματα.

Ακούγεται στο τραγούδι:
"Το παιχνίδι του Αμερικάνου" (1935)
Στ., μουσ. , ερμ.: Κ. Σκαρβέλης

"...με τα λιμά τον έμπλεξα, στο πόκερ, στην πασιέντα
κι όλο το χτένι δούλευε, στη ζούλα κι η σκαλέτα..."

Λιμάρω τα ζάρια
Παλιά χρησιμοποιούσαν μεταλλικά ζάρια. Όταν τα λιμάρανε από ορισμένες πλευρές, μετατόπιζαν το κέντρο βάρους τους κι έφερναν τις ζαριές που ήθελαν.

Ακούγεται στο τραγούδι:
"Μανώλης χασικλής" (1929)
Στ., μουσ. Γ. Δραγάτσης
Ερμηνεία: Κ. Νούρος

"...Έλα, βρε Μανωλάκη, να τα λιμάρουμε
να στρώσουμε κουβέρτα να τους τα πάρουμε..."

Λιμοκοντόρος
Ο νέος που - παρά τη φτώχεια ή την πείνα του - ντύνεται και στολίζεται επιδεικτικά και γενικότερα με τη συμπεριφορά του προσπαθεί να εντυπωσιάσει τους άλλους.
[από το λιμός (πείνα) + κόντης < κόντες].

Λόντος Τζιμ
Ψευδώνυμο του Έλληνα παλαιστή και παγκόσμιου πρωταθλητή πάλης Χρήστου Θεοφίλου (Κουτσοπόδι Άργους 1896 - Η.Π.Α. 1975). Μετανάστης στην Αμερική στα 13 του, ασχολήθηκε με την πάλη και πήρε το προσωνύμιο "Τζιμ Λόντος" από αθλητικογράφο μετά από μια νίκη του στην αρένα "London" του Πόρτλαντ. Το 1930 αναδείχτηκε παγκόσμιος πρωταθλητής, νικώντας το Ρίτσαρντ Σίκατ και διατήρησε τον τίτλο για μεγάλο χρονικό διάστημα. Το 1929 νίκησε στο Παναθηναϊκό Στάδιο τον Πολωνοαμερικανό Καρλ Ζμπισκ, το Ρωσοπολωνό Κβαριάνι (όπως είναι η σωστή εκφορά του ονόματος και όχι "Κοριάνι" όπως λέγεται στο αντίστοιχο τραγούδι) το 1933, μπροστά σε 80.000 θεατές και το Ράικ, το 1956.

Ακούγεται στο τραγούδι: "Λόντος και Κοριάνι" 1934.
Στ., μουσ. και ερμην. : Μ. Βαμβακάρης.

"...παρ’ την αιμοβορία σου
και τράβα στην πατρίδα σου,
αγαπητέ Κοριάνι,
που σ’ έστειλε ο Λόντος μας
σε μακρινό σιργιάνι..."

Λουλάς
Tο μέρος του ναργιλέ όπου τοποθετούνται:
1. ο καπνός και τα κάρβουνα των καπνιστών
2. το χασίσι ή το όπιο και τα κάρβουνα των ναρκομανών.
("άρτζι μπούρτζι και λουλάς" = χωρίς τάξη ή λογική συνοχή, ανάκατα, φύρδην μίγδην). [τουρκ. lul(e)].

Από το τραγούδι:
"Αργιλέ μου γιατί σβήνεις" (1935)
στ. - μουσ.: Στ. Χρυσίνης
ερμηνεία: Γ. Μητάκη

"...αχ, περήφανε λουλά μου,
γιάτρεψέ μου την καρδιά μου..."

Λούμπα
1. Πέφτω σε (στημένη) παγίδα.
2. πέφτω θύμα απροσεξίας, συμπαιγνίας.

Ακούγεται στο τραγούδι:
"Στην Αμφιάλη" (1983)
Στ.: Ν. Γκάτσος
Μουσ.: Ξαρχάκος
Ερμηνεία: Μπίνης, Τσίγγος, Ματζόπουλος, Μαραγκόπουλος

"...Πούλαγε ζεστή τουλούμπα
κι έτσι έπεσε στη λούμπα..."
[αλβ. luba = λάκκος].

Λωλός
Αυτός που διανοητικά δε στέκει καλά, τρελός, παλαβός αλλά και ανόητος, απερίσκεπτος.

Ακούγεται στο τραγούδι:
"Φέρτε πρέζα να πρεζάρω" (1934)
Στ., μουσ.: Τούντας
Ερμηνεία: Στ. Περπινιάδης

"μ' έχει λωλό το Ερηνάκι
με το μουσμουλί γοβάκι..."
[λωλός < αρχ. oλωλώς ( όλλυμαι)].

Μαγκιόρος
Μερακλής, εξαιρετικός, ξεχωριστός. Η αρχική σημασία του «μαγκιόρος» είναι «μεγάλος, δυνατός».

Ακούγεται στο τραγούδι:
"Κάντονε, Σταύρο, κάντονε" (1935)
Στ., μουσ., ερμηνεία: Βαμβακάρης

"τράβα, ρε Γιάννη, αραμπατζή
που΄σαι μαγκιόρος τεκετζής..."
[ιταλ. Maggiore < major].

Μανιτάρι, Μανίτα
Eίναι ένα κόλπο που κάναν οι πορτοφολάδες για να κλέβουν τα πορτοφόλια σε χώρους με πολύ κόσμο. Μόλις μπάνιζαν κανέναν αφελή, συνήθως έξω από σιδηροδρομικούς σταθμούς και λιμάνια (για να πετυχαίνουν καναν άμαθο χωριάτη), έριχναν με τρόπο μπροστά του ένα άδειο πορτοφόλι. Μόλις το έβλεπε το θύμα, το έπαιρνε με χαρά στα χέρια του και το άνοιγε για να δει τι έχει μέσα. Φυσικά δεν είχε τίποτα. Τότε του την έπεφτε ο μάγκας με φωνές "φέρτο δω ρε το πορτοφόλι μου" κ.λ.π., ενώ δυο-τρεις σιγοντάριζαν ως "αυτόπτες μάρτυρες". Μόλις ο μάγκας έπαιρνε το πορτοφόλι, φώναζε "πού είναι τα δυο κατοστάρικα που είχα μέσα", "δώσε πίσω τα λεφτά μου μη φωνάξω την Αστυνομία" και άλλα τέτοια. Το θύμα, φοβισμένο από το γεγονός ότι βρισκόταν με ένα ξένο πρτοφόλι στα χέρια μπροστά σε μάρτυρες, για να γλιτώσει από πιθανά τραβήγματα έδινε τα λεφτά και την κοπάναγε τρέχοντας. Ο μόνος τρόπος να γλιτώσει το θύμα ήταν να επιμείνει πως δεν το έκλεψε και να ζητήσει κι αυτός της Αστυνομία. Τότε οι μάγκες τον παράταγαν κι έφευγαν, γιατί οι μπάτσοι ήξεραν καλά το κόλπο και τους αναγνώριζαν. Βέβαια υπήρχε και το ρίσκο για το θύμα που επέλεγε να αποδείξει στην Αστυνομία ότι δεν ήταν κλέφτης, να υπάρχει εκεί κοντά μπάτσος "μιλημένος", οπότε τότε την έβαφε σκούρα, γιατί θα έπρεπε να πληρώσει δυο φορές. Μία για το πορτοφόλι και μία για να λαδώσει τον μπάτσο! Η ονομασία δεν έχει σχέση με το "μάδημα" (τότε το κόλπο θα λεγόταν π.χ. "μαργαρίτα"), γιατί το μανιτάρι δε μαδιέται. Μάλλον, επειδή το πορτοφόλι ξεφύτρωνε ξαφνικά μπροστά στο θύμα σαν μανιτάρι, το κόλπο πήρε αυτή την ονομασία. Στην πορεία καθιερώθηκε να σημαίνει την οργανωμένη κομπίνα δύο ή περισσότερων σε βάρος ενός. Στα χαρτιά, μανίτα σημαίνει ότι στο τραπέζι υπάρχει ομάδα παικτών συνεννοημένων σε βάρος κάποιου (με παίξανε μανίτα).

Ακούγεται στο τραγούδι:
"Ο Αμερικάνος" (1935)
Στ., μουσ.: Ιακ. Μοντανάρης
Ερμηνεία: Στ. Βογιατζή

"...ρίχνανε το μανιτάρι
μια βραδιά με το φεγγάρι,
πιάσαν ' ναν Αμερικάνο
στη μανίτα σαν το χάνο..."

Μαργιόλος, Μαριόλος, Μαριόλα, Μαργιόλα
Πονηρός, απατεώνας, καταφερτζής, παιχνιδιάρης. Μαρ(γ)ιολιά: πονηριά, τέχνασμα.
Aρχικά σήμαινε «μαγεία» και μαργιόλα «μάγισσα». Συχνά βλέπουμε αυτή τη σημασία της λέξης σε στίχους ρεμπέτικων (και άλλων).

Ακούγεται στο τραγούδι:
"Με τις μυρωδιές / μαργιολιές σου" (1937)
Στ., μουσ.: Βαμβακάρης
Ερμηνεία: Στ. Περπινιάδης, Παγιουμτζής

"...Με τις μυρωδιές σου, με τις μαριολιές σου,
μ' έκανες και λιώνω κι έχω για σένα πόνο..."
[βενετ. mariol].

Μαρμάγκα
1. «Με τρώει - θα με φάει η μαρμάγκα» σημαίνει: «θα πάθω κακό, συμφορά»,»θα καταστραφώ», χρησιμοποιείται η φράση ως απειλή.
2. Είδος δηλητηριώδους αράχνης.

Ακούγεται στο τραγούδι: "Η Κούλα" (1929)
Στ. - μουσ. : Κ. Μισαηλίδης
Ερμην.: Νταλγκάς

"...Τι ' θελα και σε γνώρισα και μ' εφαγ' η μαρμάγκα
θα με σκοτώσεις άδικα σαν το σωφέρ τον Τσάγκα..."
[αλβ. Merimangλ (ή, ίσως, μαρμαγκάνα < μερμηγκάνα -όπως δαγκάνα- < μέρμηγκας)]

Μάπα
1. Πρόσωπο.
2. ανόητος, βλάκας.
3. πράγμα για πέταμα, λόγω κακής ποιότητας.
4. σφαλιάρα, καρπαζιά. Γενικά, ξύλο.

"...οι μάπες κάνουν τον νταή
και τσαντίζομαι..."

"...Την τρίτη και την τέταρτη
κυρά μου βράσε ρύζι
πάλι τις μάπες σου θα φας
κι ο κόσμος ας με βρίζει ..."
[από το μεσαιων. μάππα < λατιν. mappa=μαντήλι, πετσέτα]

Μάπας
Ο αργιλές.

Ακούγεται στο τραγούδι:
"Στον τεκέ του Περδικάκη" (1935)
Στ. - μουσ. : Κ. Τζόβενος
Ερμηνεία: Αμπατζή

"...πέντε κάθονται τριγύρω
και το μάπα φέρνουν γύρω..."

Μασάτι
1. Το στρoγγυλό ατσάλινο ακονιστήρι των χασάπηδων.
2. μακρύ σκληρό σίδερο για να ακονίζουν τις κόρδες οι βυρσοδέψες.

Ακούγεται στο τραγούδι: "Ο χασάπης" (1934)
Στ., μουσ., ερμην.: Μ. Βαμβακάρης.

"...αστράφτουν τα μαχαίρια σου
λάμπει και το μασάτι..."

[από την τούρκικη λέξη masat].

Μαστούρα, Μαστουρώνω
Oργανική και ψυχολογική κατάσταση ανθρώπου που βρίσκεται υπό την επήρεια ναρκωτικών ουσιών.
[τουρκ. Mastor].

Μαστραπάς
Mικρό φορητό δοχείο για τοποθέτηση υγρών, ιδίως πόσιμου νερού ή κρασιού.
[τουρκ. masrapa].

Ματσαράγκα
Απάτη, κατεργαριά, λοβιτούρα.
Ματσαράγκας: ο απατεώνας.

Από το τραγούδι:
"Η Κούλα" (1932)
Στ., μουσ.: Καρίπης
Ερμηνεία: Εσκενάζυ

"...για να εκτιμάς τους μάγκες
να μην κάνεις ματσαράγκες..."
[ιταλ. Mazzeranga].

Μαυραγορίτης
Aυτός που πουλά, διοχετεύει αγαθά στη μαύρη αγορά. Ειδικά στην Κατοχή, οι μαυραγορίτες εκμεταλλεύονταν την ανάγκη του πληθυσμού για τρόφιμα πουλώντας σε υπέρογκες τιμές και θησαυρίζοντας απ' αυτή τους την απασχόληση.

Μαύρο
Tο κατεργασμένο χασίσι, που ονομάζεται με διάφορα ψευδώνυμα (ψημένο, σοκολάτα, λιβάνι κ.ά.).

Ακούγεται στο τραγούδι:
"Παράπονο του ντερβίση" (1935)
Στ. - μουσ - ερμ. Στελ. Περπινιάδης

"...η πρέζα τρώει λεβεντιές
το μαύρο σε χτικιάζει..."

Μαύρος
1. Χωροφύλακας (ίσως από το σκούρο, σχεδόν μαύρο, χρώμα της στολής τους).
2. «μαύρος» σημαίνει «φουκαράς», «δυστυχισμένος».

Ακούγεται στο τραγούδι:
"Χτες το βράδυ στο σκοτάδι" (1935)
Στ., μουσ., ερμηνεία: Βαμβακάρης

"...Χτες το βράδυ στο σκοτάδι
με στριμώξανε δυο μαύροι..."

Μαχαραγιάς
Kυριολεκτικά, τίτλος Iνδών πριγκίπων ή ηγεμόνων. Κατ' επέκταση, άνθρωπος που ζει μέσα στην πολυτέλεια και τις ανέσεις.
[γαλλ. maharaja < σανσκρ. maha "μεγάλος" raja "βασιλιάς"].

Μαχμουρλής, Μαχμούρης
Αυτός που είναι νωθρός ή γενικά βαρύθυμος, συνήθως ύστερα από πολλές ώρες ύπνου.

Ακούγεται στο τραγούδι: "Γύρνα μόνος μες τη νύχτα"(1946)
Στ., μουσ.: Τσιτσάνης
Ερμην.: Τσαουσάκης

"...Κι όταν την αυγή μαχμούρης απ΄τα πέριξ θα γυρνάς
γιοματάρι μαύρο και μαρκό
θα σου φέρει ζάλη στο μυαλό..."
[τουρκ. Mahmur = νυσταγμένος].

Μέγκλα
Φράση που χρησιμοποιείται για να χαρακτηρίσει κάτι κομψό, φίνο και πολυτελές, ένα προϊόν άριστης ποιότητας.

Ακούγεται στο τραγούδι:
"Ελένη, Ελενάκι" (1946)
Στ., μουσ.: Κ. Καρίπης
Ερμηνεία: Περπινιάδης

"...θα σε μάθω ζεϊμπεκάκι
θα' σαι μέγκλα και μεράκι..."
[ίσως από το "Made in England"]

Μεμέτης
Ο Μουσουλμάνος, ο Μωαμεθανός, κατά τους Έλληνες (ίσως σύντμηση του «Μωάμεθ»).

Από το τραγούδι:
"Το παπόρι απ' την Περσία" (1977)
Στ. - μουσ.: Τσιτσάνης
Εκτέλεση: Τσιτσάνης, Λ. Νικολάου

"...δυο μεμέτια τα καημένα
μες στο κόλπο ήταν μπλεγμένα..."

Μεντρεσές
Mουσουλμανικό ιεροδιδασκαλείο.
Στην Αθήνα ο Μεντρεσές κτίστηκε το 1721 και λειτούργησε ως χώρος διδασκαλίας και έρευνας (και θρησκευτικής) για τους Τούρκους και τον καιρό του Όθωνα μετατράπηκε σε φυλακή, μισητή ιδιαίτερα λόγω της άδικης κράτησης και κακομεταχείρισης των τροφίμων της.
Κατεδαφίστηκε σχεδόν ολόκληρο το κτίσμα το 1898.

Αναφέρεται στο τραγούδι: "Ένας μάγκας στο Βοτανικό" (1933)
Στ., μουσ.: Περιστέρης
Ερμην.: Κασιμάτης

"...μπαφιάζει πάντα βερεσέ
γιατί πήρε σύνταξη
από το Μεντρεσέ..."
[τουρκ. medrese ]

Μερακλής
1. Πρόσωπο που του αρέσουν τα ωραία και καλοφτιαγμένα με μεράκι πράγματα
2. αυτός που έχει καλαισθησία, ο λάτρης, ο μανιώδης.

Ακούγεται στο τραγούδι:
"Φέρτε πρέζα να πρεζάρω" (1933)
Στ. - μουσ.: Τούντας
Ερμηνεία: Στ. Περπινιάδης

"...ο μερακλής ο άνθρωπος πονεί μα δεν το λέγει
κι αν τραγουδά, ψεύτη ντουνιά, μέσα η καρδιά του κλαίει..."
[τουρκ. Merak = περιέργεια, ανησυχία].

Μετζαρόλια
Φιαλίδιο με άμμο για τον κανονισμό των ωρών των δυτών, είδος κλεψύδρας.

Από παραδοσιακό τραγούδι
Ερμηνεύει ο Περδικόπουλος

"...μέτρα, κολαουζέρη μου, καλά τα μανταρόλια
γιατί βουτώ στη θάλασσα σαράντα πέντε χρόνια..."
[βεν. mezzaruola].

Μετζίτι
Παλιό τουρκικό χρυσό νόμισμα, που ισοδυναμεί με την τουρκική λίρα. Αργότερα έγινε αργυρό, ίσο με το πέμπτο της τουρκικής λίρας και πήρε το όνομά του από το σουλτάνο Αβδούλ Μετζίτ.
[τουρκ. mecidiye ή mecit].

Μετρέσα
Γυναίκα που συζεί με τον εραστή της ή συντηρείται από αυτόν. [γαλλ. maitress(e)].

Μηχανή, Ξέρω μηχανή
Ξέρω τον τρόπο, την κατάλληλη τακτική, είμαι ικανός και πονηρός. Μηχανή: κόλπο, πονηριά, μεθόδευση.

Από το τραγούδι:
"Πρέπει να ξέρεις μηχανή (1934)
στ. - μουσ., ερμηνεία: Βαμβακάρης

"...πρέπει να ξέρεις μηχανή
να κόψεις μαύρα μάτια..."

Μισιρλού, Μουσουρλού
H Αιγυπτιώτισσα.

Ακούγεται στο τραγούδι: "Μισιρλού" (1950)
Στ., μουσ. : Ρουμπάνης
Ερμην.: Δ. Στρατηγοπούλου.

"...Μισιρλού μου, η γλυκιά σου η ματιά..."
[< αραβ. Misri= Αίγυπτος].

Μοβόρος [< αιμοβόρος]
Πολύ σκληρός, απάνθρωπος, τύραννος.

Μόκο
Σιωπή, "κάνε μόκο": μη μιλάς, μη φέρνεις αντίρρηση.
[ιταλ. moco = τίποτε].

Μοράβας
Βουνό που απέχει 15 χιλιόμετρα από τα Αλβανικά σύνορα.
Η κατάκτησή του από τον ελληνικό στρατό το 1940 σήμανε και την κατάκτηση της Κορυτσάς και την υποχώρηση των ιταλικών δυνάμεων.

Ακούγεται στο τραγούδι: "Το Μοράβα, το Πόγραδετς" (1947)
Στ., μουσ.: Κασιμάτης
Ερμην.: Μηττάκη.

Μόρτης, Μόρτισσα
Μάγκας, αλάνι, άνθρωπος με συμπεριφορά πέραν της κοινωνικής συμβατικότητας.
Κατ' επέκταση, η λέξη πήρε τη σημασία αυτού που αψηφά το θάνατο, που ζει μια ιδιαίτερη ζωή, πέρα από τις κοινωνικές συμβατικότητες.
Η λέξη χρησιμοποιείται με θετική σημασία στο λαϊκό μας τραγούδι.

Από το τραγούδι: "Φτώχεια μαζί με την τιμή"(1933)
Στ., μουσ: Π. Τούντας
Ερμην.: Ρόζα Εσκενάζυ

"...βρε εγώ είμαι η μόρτισσα η Κική,
που ήμουν δυο μήνες φυλακή..."

[ίσως προέρχεται από το ιταλ. Morti: "νεκροθάφτης". Από το 14ο και 15ο αιώνα μάστιζαν την Ευρώπη μεγάλες επιδημίες και ο θάνατος θέριζε.
Όμως από το φόβο εξάπλωσης της επιδημίας, δεν πλησίαζε κανείς τους νεκρούς, έμεναν άταφοι, δημιουργώντας - ειδικά στα μεγάλα αστικά κέντρα - ένα τεράστιο πρόβλημα, το οποίο η πολιτεία αντιμετώπισε με άνεργους περιπλανώμενους, στους οποίους ανάθεσε έναντι αδράς αμοιβής το έργο της ταφής. Έτσι προέκυψε ένα νέο «επάγγελμα», οι μόρτηδες, (νεκροθάφτες, κατά λέξη), οι απόλοιμοι, όπως λέγονταν, επειδή είχαν αποκτήσει ανοσία, άρα είχαν επιβιώσει επιδημιών.
Αυτοί αναλάμβαναν το μακάβριο έργο της ταφής των νεκρών και μετά του καθαρισμού της πόλης].

Μουρμούρης
1. Ο σκληρός μάγκας.
2. Στην κυριολεξία είναι αυτός που μιλά μέσα από τα δόντια του, εξ' ου και τα πρώτα τραγούδια των φυλακών, ονομάζονται αδέσποτα ή μουρμούρικα.

Ακούγεται στο τραγούδι:
"Ο Συνάχης" (1934)
Στ., μουσ., ερμην. : Βαμβακάρης

"...Συναχωμένος μου΄ρχεσαι, μουρμούρη μου, μάγκα μου, από πέρα..."
[τουρκ. mirmir].

Μουρντάρης
Ο μπερμπάντης, αυτός που κάνει απάτες και ακολασίες.
[τουρκ. murdar = βρώμικος].

Μούσμουλα
Οι σφαίρες.

Ακούγεται στο τραγούδι:
"Η Υπόγα" (1910)
Ερμηνεία: Γ. Κατσαρός

" ένας μπάτσος με το κούφιο
ρίχνει μούσμουλα στο ρούφο..."

Μουστερής
Ο αγοραστής ή πελάτης, γενικά αυτός που ενδιαφέρεται για κάτι με σκοπό να το αποκτήσει.
[τουρκ. musteri].

Μπαγάσας
Κατεργάρης, επιτήδειος, πονηρός.

Ακούγεται στο τραγούδι:
"Τα παιδιά της γειτονιάς σου" (1929)
Παραδοσιακό
Ερμηνεία: Νταλγκάς

"...Τα παιδιά της γειτονιάς σου, τα μπαγάσικα
θα τα πιάσω, να τα δείρω, να ’ναι χάσικα..."
[ιταλ. Bagascia].

Μπαγαποντιά
Πονηριά, απάτη, κατεργαριά, πανουργία.

Ακούγεται στο τραγούδι: “Μας φέρθηκες μπαμπέσικα” (1941)
Στ.: Δημ. Σέμσης - μουσ.: Γ. Παπασιδέρης.
Ερμην.: Γ. Παπασιδέρης.

"...Δυo χρόνια μας βασάνισες
με την μπαγαποντιά σου..."
[<ιταλ. vagabondo = αυτός που περιπλανιέται, που δε δουλεύει, ο άχρηστος]

Μπαγιαντέρα (τα μαλλιά σου)
1. Είδος κουρέματος των αρχών του αιώνα, σε στυλ αντρικό, κοντοκουρεμένο, που προήλθε από μίμηση της ομώνυμης πρωταγωνίστριας της όπερας «Μπαγιαντέρα».
2."Μπαγιαντέρας" ήταν και το παρατσούκλι του Δ. Γκόγκου, λόγω της προτίμησής του στην όπερα αυτή.

Ακούγεται στο τραγούδι:
"Τα μαλλιά σου τα κομμένα" (1927)
Παραδοσιακό
Ερμηνεία: Παπαγκίκα

"...πάλι στα΄κοψε η μαμά σου
μπαγιαντέρα τα μαλλιά σου..."
[γαλλ. Bayadere < πορτογ. Bailadeira = χορεύτρια].

Μπαγιόκος
Κομπόδεμα, λεφτά.

Ακούγεται στο τραγούδι: "Το βέρτζινο μαγκάκι"
Στ.: Γ. Καλαμαριώτης
Μουσ.: Πλέσσας
Ερμην.: Γενίτσαρης

"...Η σέρτικη διπλοπενιά
του μόρτη νταλγκαδάκι,
για το μπαγιόκο ρεμπελιά,
σνομπάρει τώρα τα παλιά
με μαύρο παπιονάκι...".

Μπαϊρακτάρης
Σημαιοφόρος.

Μπαϊράκι
Σημαία.
[τουρκ. bayrak].

Μπαϊρακτάρης Δημήτρης
Διευθυντής Αστυνομίας.
Η δράση του αρχίζει το 1892, όταν η κυβέρνηση Τρικούπη αποφασίζει να δώσει ένα γερό πλήγμα στους κουτσαβάκηδες του Ψυρή και γενικά της Αθήνας.
Ο Μπαϊρακτάρης, επικεφαλής μιας κουστωδίας επίλεκτων ευζώνων, εισέβαλε στις ταβέρνες και τα καφενεία, συνελάμβανε τους κουτσαβάκηδες και στη συνέχεια τους εξευτέλιζε.
Τους συγκέντρωνε στο προαύλιο της αστυνομίας, δίπλα στην πλατεία Κλαυθμώνος, και με την απειλή του βούρδουλα τους ανάγκαζε να σπάσουν τα όπλα τους με σφυρί κι αμόνι.
Όλα τα σπασμένα (μαχαίρια, γιαταγάνια, κάμες, πιστόλια, ρεβόλβερ) πουλιούνταν στο δημοπρατήριο για παλιοσίδερα. Μετά από τα όπλα, εξευτελίζονταν οι άνθρωποι.
Ένας αρχάριος κουρέας τους έκοβε το δεξί μανίκι του σακακιού (μια και αυτό "δεν το χρειάζονταν", αφού φορούσαν μόνο το αριστερό μανίκι, καθώς έριχναν επάνω τους ανάριχτο το σακάκι), το ζωνάρι και τη μύτη των παπουτσιών τους, τα μουστάκια, και τις αφέλειες. Μετά απ' αυτό, οι πιο ζόρικοι στέλνονταν στις φυλακές και σε περίπτωση υποτροπής, τιμωρούνταν με το βαρύ βούρδουλα του σκληρού Μπαϊρακτάρη.
Το μαστίγωμα αυτό θεωρούνταν ο έσχατος εξευτελισμός...
Ένα σχετικό δίστιχο:
Μια ξυλιά με το καμτσίκι,
είν'' αιώνιο ρεζιλίκι
Αλλά και μετά το θάνατό του, οι κουτσαβάκηδες, ίσως λιγότεροι αριθμητικά και με ηπιότερη συμπεριφορά, εξακολούθησαν να υπάρχουν.

Μπακαράς
Είδος τυχερού παιχνιδιού που παίζεται με τραπουλόχαρτα.

Ακούγεται στο τραγούδι:
"Με ζουρνάδες και νταούλια" (1934)
Στ,., μουσ.: Τούντας
Ερμηνεία: Αμπατζή

"πήρα δεκαοχτώ χιλιάδες από τον μπακαρά
να γλεντήσω με ζουρνάδες θέλω μια φορά..."
[γαλλ. baccara].

Μπακίρι
1. Ο χαλκός
2. σκεύη, ιδίως μαγειρικά, κατασκευασμένα από χαλκό (συνήθ. πληθ.).
[τουρκ. bakιr].

Μπαλαμούτι
Ψέμα, απάτη.
[παλιό σλαβ. Balamut, ρωσσικ. Balamut].

Μπαμπέσης, Μπαμπέσα Μπαμπέσικος
Πονηρός, ύπουλος.

Από το τραγούδι:
"Φτώχεια μαζί με την τιμή" (1932)
Στ. - μουσ. : Τούντας
Ερμηνεία: Εσκενάζυ

"...ξέρω και ρίχνω μπιστολιές
σ΄όποιον μου κάνει μπαμπεσιές..."
[ από το αλβ. pabese ( εξ ου και το ιταλ. Babbuasso)].

Μπανίζω
Κοιτάζω με προσοχή και με σημασία, παρατηρώ, προσέχω ιδιαίτερα.

Ακούγεται στο τραγούδι:
"Το παιχνίδι του Αμερικάνου" (1936)
Στ., μουσ.: Σκαρβέλης
Ερμηνεία: Αμπατζή

"...Μα το κορόιδο μπάνισε,
τον τύλιξα στα ζάρια,
εκεί του τα καθάρισα,
αμάν, όλα του τα δολλάρια..."
[από το μπάνιο. Η συνήθεια μερικών αντρών στο παρελθόν να παρακολουθούν τις γυναίκες που έκαναν μπάνιο με μαγιό, οδήγησε στη σημερινή σημασία.]

Μπαξίσι
Φιλοδώρημα που δίνει κάποιος για εξυπηρέτηση.

Ακούγεται στο τραγούδι:
"Στης Πόλης το Μεβλά - Χανέ"
Άγνωστου δημιουργού
Ερμηνεία: Εσκενάζυ

"...μαζί τους μπήκα στον τεκέ και φούμαρα χασίσι
κι ένα χρυσό πεντόλιρο τους άφησα μπαξίσι..."
[τουρκ. baksis].

Μπαρμπαριά
Η Αλγερία. Βέρβεροι ή Μπέρμπεροι οι κάτοικοί της, εξ' ου και το όνομά της.

Μπαρμπουτζής
Ο κουμαντάρων το παιχνίδι του μπαρμπουτιού. Μπαρμπούτι: τυχερό παιχνίδι που παίζεται με ζάρια.

"...δε θέλω να σε δω
γιατί είσαι μάγκας, χασικλής
και τζογαδόρος μπαρμπουτζής..."
[τουρκ. barbutι].

Μπασκίνας
Κλασικός υβριστικός χαρακτηρισμός για αστυνομικό.
Λέξη που υπήρχε στα ιδιώματα της Ηπείρου και της Θεσσαλίας αλλά έγινε γνωστή πιο πολύ στην αργκό των αστικών κέντρων, τα χρόνια του μεσοπολέμου.
Στο τραγούδι του Μάρκου, στο θηλυκό γένος μάλιστα, << τις μπασκίνες>> ...

Ακούγεται στο τραγούδι: "Πρέπει να χτίσω ένα τζαμί" (1935)
Στ. - μουσ. - ερμην. : Βαμβακάρης

"...κι η Λίλιαν η Χάρβεϋ θα διώχνει τις μπασκίνες..."
[ < τουρκ. λέξη, baskιn = ξαφνική επιδρομή της αστυνομίας]

Μπατίρης
Αυτός που δεν έχει χρήματα, ο αδέκαρος.

Ακούγεται στο τραγούδι:
"Για σένα έγινα μπατίρης" (1950)
Στ., μουσ.: Κ. Καπλάνης
Ερμηνεία: Μητσάκης, Μπίνης, Κυριακόπουλος

"...στην αγάπη ήμουν πάντα νοικοκύρης
μα τα έχασα μια μέρα ο κακομοίρης
για τα σένανε έμεινα μπατίρης..."
[τούρκ: batirmak= βουλιάζω].

Μπατιρίζω
Πτωχεύω, ξεπέφτω.

Ακούγεται στο τραγούδι: "Δέκα φορές μπατίρισα" (1967)
Στ., μουσ., ερμην.: Γ. Λαύκας

"...δέκα φορές μπατίρισα
τη μια πάνω στην άλλη
και το κορόιδο, φίλε μου,
μυαλό δεν έχω βάλει..."
[τουρκ. batirmak = βουλιάζω].

Μπαφιάζω
1. Μπουχτίζω. Εξ' ου και, στην μάγκικη αργκό, η έννοια του «απολαμβάνω ικανοποιητική ποσότητα χασισιού».
2. αισθάνομαι άσχημα, δυσανασχετώ για ορισμένη κατάσταση ή ενέργεια που συνεχίζεται.

Ακούγεται στο τραγούδι:
"Δροσούλα" (1946)
Στ. - μουσ.: Τσιτσάνης
Ερμηνεία: Παγιουμτζής

"...μπήκα μόνος μεσα στον τεκέ
να φουμάρω έναν αργιλέ
να φουμάρω, να μπαφιάσω
και τις πίκρες να ξεχάσω..."
[ιταλ. baf(a) = βαριά ατμόσφαιρα, δύσπνοια].

Μπαχτσέ Τσιφλίκι,Μπαχτσέ ή Μπαξέ Τσιφλίκ
Περιοχή κοντά στη Θεσσαλονίκη, όπου παραθέριζαν τα καλοκαίρια. Διέθετε πολλές παραθαλάσσιες ταβέρνες.

Από το ομώνυμο τραγούδι: "Μπαχτσέ τσιφλίκι" (1946)
Στ.- μουσ. : Τσιτσάνης.
Ερμην: Τσιτσάνης, Παγιουμτζής.
[τουρκ. bahce < περσικ. bagca = κήπος].

Μπεγλέρι
Κομπολόι.

Ακούγεται στο τραγούδι:
"Μανώλης χασικλής" (1929)
Στ., μουσ. Γ. Δραγάτσης
Ερμηνεία: Κ. Νούρος

"...αν είσαι φίνος μάγκας
πού ν' τα μπεγλέρια σου..."
[τουρκ. Begleri].

Μπεζαντάκος Μιχάλης
Τον Αύγουστο του 1931 σε μια σύγκρουση μεταξύ απεργών και αστυνομίας στη Δραπετσώνα , ο αστυφύλακας Γυφτόδημος τράβηξε το πιστόλι του σκοπεύοντας έναν εργάτη απεργό. Ο Μπεζαντάκος, μέλος του ΚΚΕ, μαζί με άλλους διαδηλωτές συνεπλάκη με τον αστυνομικό, ο οποίος τελικά σκοτώθηκε. Αν και αρκετοί είχαν εμπλακεί στο επεισόδιο, τελικά ο Μπεζαντάκος συνελήφθη, φυλακίστηκε και ενώ θα περνούσε από δίκη τον Απρίλη του 1932, όπου πιθανότατα θα του επιβαλλόταν η θανατική καταδίκη, δραπέτευσε από τη φυλακή στις 5 Μάρτη, γεγονός που έκανε αίσθηση.

Ακούγεται στο τραγούδι:"Ο Μπεζαντάκος"
Στ., μουσ., ερμην: Πάνος Τζαβέλλας.

"...Ο Μπεζαντάκος μας άφησε γεια..."

Μπεζεστένι
Ήταν η σκεπασμένη αγορά για προϊόντα αξίας.
Αρχικά, μπεζεστένι ήταν η αγορά υφασμάτων.
Ο όρος προέρχεται από την περσική λέξη «bez» που σημαίνει βαμβακερό ή λινό ύφασμα και «bezzaz» που είναι ο έμπορος υφασμάτων. Η λέξη απαντά και στα τουρκικά.
Επειδή όμως στο μπεζεστένι πωλούνταν εκτός από υφάσματα και άλλα πολύτιμα εισαγόμενα ή και ντόπια εμπορεύματα, όπως κοσμήματα και πολύτιμες πέτρες, μπεζεστένι ήταν και ο χώρος φύλαξης και αποθήκευσης πολύτιμων λίθων και ειδών από κεχριμπάρι ή άλλων σημαντικών εμπορευμάτων.

Μπέϊ, Μπέη
Ο Βισκαϊκός κόλπος [Biskaya Bay] στον Ατλαντικό ωκεανό που σχηματίζεται ανάμεσα στις γαλλικές ακτές της Βρετάνης και στις βόρειες ακτές της Ισπανίας.

Ακούγεται στο τραγούδι: "Ο Θερμαστής", 1934
Στ., μουσ., ερμην: Γ. Μπάτης.

"...Κάργα ρασκέτα ωχ! και λοστό
τον Μπέη να περάσω
και μες στου Κάρντιφ τα νερά
εκεί να πα ν' αράξω..."

Μπεκιάρης
Ο εργένης, ο άγαμος άντρας.

Ακούγεται στο τραγούδι: "Ο μπεκιάρης", 1949
Στ.: Κ. Κοφινιώτης
Μουσ.: Τζουανάκος
Ερμην:Τζουανάκος.
[τουρκ. bekar]

Μπελαλής
1. Αυτός που γίνεται αφορμή για φασαρίες, καυγάδες, αντεγκλήσεις.
2. ο ζόρικος, ο δύστροπος.

"...έμαθα πως είσαι μάγκας
είσαι και μπελαλής
έρχεσαι και στους τεκέδες..."
[τούρκ. Belali].

Μπελεντέρι, Μπιλεντέρι, μπιραντέρι, μπελαδέρι, μπελαντέρι
Αδελφός.
Πρόκειται για την τουρκική λέξη "birader".
[με αντικατάσταση του συμφώνου "ρο" από το "λάμδα",
φαινόμενο γνωστό όχι μόνο από την υιοθέτηση ξένων γλωσσικών δανείων, αλλά και από ανάλογα φαινόμενα παράλληλης χρήσης των συμφώνων αυτών και σε ελληνικές λέξεις, π.χ.: αδελφός, αλλά και αδερφός].

Ακούγεται στο τραγούδι:
"Μπελεντέρια" (1934)
Στ. , μουσ.: Περιστέρης
Ερμηνεία: Ζ. Κασιμάτης

"...ίσα, ρε σεις, μπελεντέρια,
το λουλά πιάστε στα χέρια..."
[τουρκ. birader = αδελφός]

Μπέμπελη
Η ιλαρά.
Βγάζω την μπέμπελη: ζεσταίνομαι υπερβολικά, σκάω από τη ζέστη.

Ακούγεται στο τραγούδι:
"Απόψε το κορίτσι θέλει θάλασσα" (1951)
Στ.: Σακελλάριου
Μουσ.: Γιαννακόπουλου
Ερμην.: Μπέλλου, Μπίνης, Τατασσόπουλος

"...απόψε που την έβγαλα την μπέμπελη
γουστάρω νύχτα δροσερή..."
[σλαβ. pepel = στάχτη].

Μπέμπης
Ο αργιλές.

Από το ανέκδοτο τραγούδι του Β. Παπάζογλου
"Ο μάγκας και η Μαριώ" (1933)

"...πάρε, Μαριώ, τον μπέμπη μας,
πάρε και το μονοπάτι
κι έλα μια μέρα να με βρεις
στου τάφου μου τα βάθη..."

Μπενίτο
Ο Μουσολίνι, πρωθυπουργός της Ιταλίας, ιδρυτής του φασισμού.
Το 1919 ίδρυσε τον Ιταλικό Σύνδεσμο Μάχης, Fascio Italiano di Combattimento, (όπου το fascio προέρχεται από τις λατινικές fasces, δέσμες ράβδων με έναν πέλεκυ στη μέση, τις οποίες έφεραν ραβδούχοι προπορευόμενοι των αξιωματούχων της αρχαίας Ρώμης ως σύμβολα εξουσίας και δύναμης). Από αυτή τη λέξη προέρχεται ο όρος φασισμός.
Το 1921 εξελέγη βουλευτής και ονόμασε τις ομάδες των φασιστών του Εθνικό Φασιστικό Κόμμα. Οι οπαδοί του, οι λεγόμενοι «μελανοχίτωνες», από τα μαύρα πουκάμισά τους, είχαν εξαπολύσει κύμα τρομοκρατίας σε ολόκληρη τη χώρα κατά των πολιτικών αντιπάλων τους. Το 1922 σχημάτισε κυβέρνηση και αμέσως έθεσε σε ενέργεια το μηχανισμό της πλήρους φασιστικοποίησης του πολιτικού καθεστώτος της χώρας. Στυγνός δικτάτορας πλέον, δεν άργησε να καταλύσει τους δημοκρατικούς θεσμούς και να φιμώσει με βίαια μέσα κάθε αντιπολιτευτική φωνή. Έγινε ο Ντούτσε, ο Ηγέτης. Το 1936 επιτέθηκε αναίτια εναντίον της Αιθιοπίας, συγκρότησε συμμαχία με τη χιτλερική Γερμανία, τον Άξονα, και έσπευσαν από κοινού να προσφέρουν άφθονη στρατιωτική βοήθεια στον επίσης φασίστα στρατηγό Φρανσίσκο Φράνκο που είχε στασιάσει κατά της δημοκρατικής κυβέρνησης της Ισπανίας προκαλώντας τον ισπανικό εμφύλιο πόλεμο (1936-39).
Το 1940 κήρυξε τον πόλεμο κατά της Ελλάδας.

Ακούγεται στο τραγούδι: "Το όνειρο του Μπενίτο" (1940)
Στ., μουσ.: Σπ. Περιστέρης
Ερμην.: Βαμβακάρης, Χατζηχρήστος

Μπεξινάρι, Μπεχ Τσινάρ
Ονομαζόταν παλιότερα η περιοχή της Θεσσαλονίκης, όπου σήμερα βρίσκονται τα Σφαγεία, μέσα στο λιμάνι της πόλης. Κατά λέξη, «πλατανόκηπος».
[τούρκ. Bes = πέντε, cinar = πλατάνι].

Μπερεκέτι
Αφθονία αγαθών, πλούτος.
Επίσης, γονιμότητα και μεταφορικά ευλογία.
[τουρκ. λ. bereket = αφθονία, ευλογία]

Μπερμπάντης
Γλεντζές, άστατος, γυναικάς.

Ακούγεται στο τραγούδι:
"Κάντονε, Σταύρο, κάντονε" (1935)
Στ., μουσ., ερμηνεία: Βαμβακάρης

¨...τζούρα δώσε του Μπάτη μας
του μόρτη του μπερμπάντη μας..."
[ιταλ. birbante = απατεώνας].

Μπέσα
Λόγος τιμής, εμπιστοσύνη.

"...Σ΄αγάπαγα και έλεγα πως είχες λίγη μπέσα
μα συ μου την κοπάναγες γιατ΄ήσουνα μπαμπέσα..."
[αλβαν. Bese].

Μπεσαλής
Αυτός που κρατά το λόγο του, ο ντόμπρος, ο έμπιστος, ο τίμιος.

Μπέτης
Στήθος, στέρνο.
Κατ' επέκταση: καρδιά, ψυχή.

Ακούγεται σε αρκετά παραδοσιακά τραγούδια.
Στην παρακάτω κρητική μαντινάδα π.χ. που ερμηνεύει ο Ψαραντώνης.

"...Έγιν' ο μπέτης σου γυαλί
και φάνηκε η καρδιά σου
και δείχνει αγάπη ψεύτικη
κρίμα την ομορφιά σου..."
[ ιταλ. petto= στήθος, καρδιά]

Μπιρ Αλλάχ
Ένας ο Αλλάχ.

Μπιτιρίνι
Το στήσιμο τυχερών παιχνιδιών, η μπαρμπουτιέρα.

Ακούγεται στο τραγούδι:
"Το μπαρμπούτι" (1933)
Στ., μουσ.: Τούντας
Ερμηνεία: Ρούκουνας

"...χθες το βράδυ στο μπαρμπούτι
άιντε μου τη σκάσαν μπαλαμούτι...
άιντε στ' Αργυρού το μπιτιρίνι..."
[ τουρκ.: bitirim yatagi: στέκι, καταγώγιο, χαμαιτυπείο
bitirimci: μπαρμπουτιέρης
bitirim: μάγκας, αλητάκι, τσακάλι, καταπληκτικός, περίφημος]

Μπλόκο
Αποκλεισμός ενός χώρου, έτσι ώστε να μην υπάρχει δυνατότητα διαφυγής από αυτόν ή επικοινωνίας με αυτόν.
[ιταλ. blocco].

Μποέμης, Μποέμισσα
Αυτός που ζει ανέμελα, χωρίς να νοιάζετια για τις κοινωνικές συμβατικότητες.

Από το τραγούδι:
[b ]"Αθηναίισσα (1946)[/b]
Στ., μουσ.: Τσιτσάνης
Ερμηνεία: Τσιτσάνης, Στ. Περπινιάδης

"στη ματιά σου κάτι έχεις,
καλέ μποέμισσα..."
[γαλλ. boheme].

Μπουγιουρντί
Επίσημο έγγραφο, διαταγή με δυσάρεστο συνήθως περιεχόμενο. Αρχική σημασία: έγγραφη διαταγή αξιωματούχου της Οθωμανικής αυτοκρατορίας.

Ακούγεται στο τραγούδι:
[b]"Μικρός αρραβωνιάστηκα" (1937)['/b]
Στ., μουσ, ερμηνεία: Βαμβακάρης

"...επήρα τη γυναίκα μου, παίρνω το μπουγιουρντί μου..."
[τουρκ. Buyrultu]

Μπουζουριάζω
Συλλαμβάνω και φυλακίζω.

Από το τραγούδι:
"Ο Ισοβίτης" (1935)
Στ., μουσ., ερμηνεία: Βαμβακάρης

"...με τη ραδιουργία σου
μπουζούριασα το χύτη..."

Μπουκάρω
Μπαίνω ξαφνικά ή ορμητικά κάπου, συνήθως προκαλώντας κάποια ανωμαλία.
[ιταλ. boccare < bocca = στόμα, είσοδος λιμανιού]

Μπουλασιλίκι
Θυμός, οργή.

Ακούγεται στο τραγούδι:
"Ο Συνάχης" (1934)
Στ - μουσ. - ερμην. : Βαμβακάρης
"...ασ' το μπουλασιλίκι σου, αμάν αμάν,
και πάψε το συνάχι..."
[bulaskan = καυγατζής, εριστικός]

Μπουλμπούλ
Αηδόνι.

Ακούγεται σε παραδοσιακά τραγούδια και αμανέδες.
Αποτέλεσε επίσης προσφώνηση του Αγάπιου Τομπούλη.
[τουρκική λέξη: Bόlbόl = αηδόνι].

Μπουρδούσενα
Η λέξη παραπέμπει σε γυναίκες των πορνείων και των χασισοότείων του 19ου αιώνα και των πρώτων δεκαετιών του 20ου.
Στην εφημερίδα "Ακρόπολις" 4/12/1889, υπάρχει η λαϊκή έκφραση "Ζω ως μπουρδούσης", ζω δηλαδή σαν άσωτος.
Σύμφωνα με τον Πετρόπουλο, η Μπουρδούσενα ζούσε το 1925 σε μια παράγκα στα Βούρλα. Μάλλον ο άντρας της είχε τεκέ εκεί.

Ακούγεται στο τραγούδι: "Όπου δεις δυο κυπαρίσσια",
τραγούδι το οποίο περιέχει 6 δίστιχα νοηματικά άσχετα μεταξύ τους και ηχογραφήθηκε το 1922 στις ΗΠΑ με τη Μ. Παπαγκίκα.

"...Μπουρδούσενα ψήσε καφέ
βάλε φωτιά στον αργιλέ..."

Μπουρνάμπασι
Β.Α. της Σμύρνης, έντεκα χιλιόμετρα.
Από τους χίλιους κατοίκους της πριν το μικρασιατικό ξεριζωμό, οι οκτακόσιοι ήταν Έλληνες.
Πρέπει να υπήρχαν πηγές, τρεχούμενα νερά στην περιοχή, από εκεί και η ονομασία της.

Ακούγεται στο τραγούδι: "Σμύρνη με τα περίχωρα" (1930)
Στ., μουσ. : Παντελίδης
Ερμην. : Γ. Μυττάκη

"...Μπουνάρμπασι με τις δροσιές..."

Μπουρνόβας
Η Πρινόβαλις των Βυζαντινών, προάστιο της Σμύρνης, στα Β.Α.
Στο προάστιο αυτό έμεναν οι εύπορες οικογένειες της Σμύρνης αλλά ήταν και η συνοικία των ξένων ιδίως των Άγγλων κατοίκων της πόλης.

Ακούγεται στα τραγούδια: "Παποράκι του Μπουρνόβα", παραδοσιακό, και
"Μπουρνοβαλιά", των Γκάτσου - Ξαρχάκου (1983)

[Η ονομασία του προέρχεται από τις Τουρκικές λέξεις "burun" και "ova" πού σημαίνουν το "άκρο, (μύτη), της πεδιάδας"].

Μπουτζάς
Πλούσιο προάστιο και δημοφιλής τόπος διακοπών, 9 χλμ Ν.Α. της Σμύρνης .
Σε ανάμνηση αυτής της περιοχής δημιουργήθηκε ο Ν. Βουτζάς, ανάμεσα στη Ραφήνα και τη Νέα Μάκρη.

Ακούγεται στο τραγούδι: "Σμύρνη με τα περίχωρα" (1930)
Στ., μουσ. : Παντελίδης
Ερμην. : Γ. Μυττάκη

"...Μπουτζά, Μπουρνόβα, Κορδελιό, με τ' άνθη στολισμένα..."

Μποχώρης
Σε περιστατικό που συνέβη περίπου το 1880, σε πλοίο της γραμμής Σμύρνης - Μπουρνόβα είτε, κατ' άλλη εκδοχή, Κωνσταντινούπολης - Πειραιά, μια ομάδα μικροαπατεώνων από αυτές που συστηματικά λυμαίνονται τις ακτοπλοϊκές συγκοινωνίες μέχρι και τα μέσα του 20ού αιώνα, «στήνουν μηχανή» στον αφελή Εβραίο συνταξιδιώτη τους Μποχώρη και του παίρνουν στα ζάρια ή με άλλο τρόπο τα λεφτά του, το ζουνάρι, ακόμα και τη γυναίκα του. Σύμφωνα με το λεξικό Ελευθερουδάκη, το γεγονός συμβαίνει στην Καβάλα, με θύμα έναν Εβραίο νταβατζή. Ο Μποχώρης παρουσιάζεται σαν ένας αγαθός άνθρωπος που έπεσε θύμα μικροαπατεώνων λόγω της αφέλειάς του.
[bohor = πρωτότοκος, εβραϊκή λέξη. Το όνομα αυτούσιο ή παραλλαγμένο (π.χ. Μπεραχά) συναντάται στις εβραϊκές κοινότητες στην Ελλάδα].

Μυτιά
Εισπνοή ναρκωτικής ουσίας σε σκόνη καθώς και η αντίστοιχη ποσότητα.

Ακούγεται στο τραγούδι:
"Ο πόνος του Πρεζάκια" (1936)
στ., μουσ., ερμην.: Δελιάς

"απ΄τη μυτιά που τράβαγα άρχισα και βελόνι
και το κορμί μου άρχισε σιγά σιγά να λιώνει..."

ΕΔΩ ΤΟ "Μέρος 2ο"


Σας ενδιαφέρουν κι' αυτά...