Μillennials∙ γεννημένοι αποτυχημένοι


Είμαστε τα όνειρα της προηγούμενη γενιάς.

Είμαστε οι τυχεροί που πρόλαβαν το κρυφτό στον δρόμο και τα τηλέφωνα με καλώδια. Εκείνα που τα τραβούσαμε από δωμάτιο σε δωμάτιο γιατί λέγαμε μεγαλίστικα πράγματα και δε θέλαμε να μας ακούσουν οι μεγάλοι. Μέχρι που ήρθε το ίντερνετ κι η γραμμή ήταν μονίμως κατειλημμένη. Είμαστε οι τυχεροί, με το ένα χέρι στην αλυσίδα της κούνιας και το άλλο στο enter του PC.

Ήμασταν τυχεροί. Και καλομαθημένοι. Δε στρώναμε το τραπέζι. Οι πιο σκληραγωγημένοι από εμάς έστρωναν το κρεβάτι τους. Δεν είχαμε δουλειές του σπιτιού. Έφτανε να τρώμε το φαΐ μας και να ‘μαστε καλοί μαθητές. Οι καλύτεροι. Σε μια τάξη μαθημένων καλών μαθητών. Να ‘χουν να καμαρώνουν οι μαμάδες όσο περιμένουν τα παιδιά τους έξω απ’ το σχολείο. Να μετράνε τους βαθμούς και να βγάζουν στον μέσο όρο πόσο καλά κάνουν τη δική τους δουλειά, ως μαμάδες. Ως μάνατζερ. Και βγαίναμε, με τις τσάντες στους ώμους. Και γέρναμε λίγο μπροστά, μη μας πάρει πίσω το βάρος. Των σχολικών βιβλίων, των εξωσχολικών βιβλίων, των βοηθητικών βιβλίων, των βιβλίων με τις λύσεις. Για να μη μας ξεφύγει και κάνα λάθος. Και τι θα πει μετά η μαμά στις άλλες μαμάδες;

Βγαίναμε συγκρατημένα. Απ’ το βάρος που δε μας άφηνε να τρέξουμε. Απ’ το πρόγραμμα που μας έτρεχε, έτσι κι αλλιώς. Κι οι μαμάδες μας περίμεναν. Στα αμάξια, μέσα ή έξω. Με παράθυρα που έβγαζαν καπνό και χέρια που τον έσπρωχναν έξω. Και μόλις μας έβλεπαν, τα χέρια μας έσπρωχναν μέσα. Και χανόμασταν για λίγο στον ζεστό καπνό. Και κλείναμε τα μάτια μας κι αφηνόμασταν στο πέρα-δώθε και στο πάνω- κάτω των αμορτισέρ. Τι ωραία η θαλπωρή της νικοτίνης!

Μέχρι που τα χέρια μας έσπρωχναν έξω. Κι εμείς υπακούαμε απρόθυμα κι αδιαμαρτύρητα. Γιατί αυτή ήταν η δουλειά μας. Τα αγγλικά, τα γαλλικά και τα γερμανικά. Το μπαλέτο, η ρυθμική και το ποδόσφαιρο. Το πιάνο, το βιολί κι η ζωγραφική. Ήμασταν οι τυχεροί που τα είχαμε όλα. Κι ακόμα περισσότερα. Πιο πολλά από όσα θα θέλαμε. Μα πάνω από όλα, θέλαμε να μην απογοητεύσουμε τους γονείς μας. Τους επενδυτές μας.

Και σαν καλή επένδυση, έπρεπε να φέρνουμε νούμερα. Από 18 και πάνω. Για να πηγαίνουν στη δουλειά τους ήσυχοι ότι μια μέρα θα ‘χουμε κι εμείς δουλειά, καλύτερη απ’ τη δική τους. Και θα γυρνάμε στα σπίτια μας που θα ‘ναι πιο μεγάλα απ’ τα δικά τους. Έπρεπε να φέρνουμε νούμερα. Για να γυρνάνε απ’ τη δουλειά τους ικανοποιημένοι. Που δε μας είδαν ούτε και σήμερα. Για να μας δουν αύριο μεγάλους και τρανούς.

Ήμασταν η τυχερή γενιά. Εκείνοι που οι γονείς μας έκαναν μεγαλύτερα όνειρα από εμάς, για εμάς. Κι αυτά τα όνειρα απαιτούσαν θυσίες. Υπεράνθρωπες. Απάνθρωπες. Πνιχτά κλάματα πίσω από κλειστές πόρτες. Και καναπέδες που έγιναν κρεβάτια. Χέρια που αγγίζονταν πια μόνο για να ανταλλάξουν χρήματα και λογαριασμούς. Άντρες που δεν ήταν πια οι άντρες τους. Και γυναίκες που έγιναν άντρες. Ζωές χωριστές. Αλλά και μαζί. Γιατί τα όνειρά τους για εσένα ήταν κόλλα. Κι είχαν πιαστεί σαν μύγες μες στο μέλι. Που έμοιαζε τόσο καλό για να ‘ναι κακό.

Ήμασταν ευνοημένα παιδιά, γιατί δε χρειάστηκε να επαναστατήσουμε ποτέ. Δεν υπήρξε ποτέ «εχθρός». Τουλάχιστον ορατός. Δεν αναγκαστήκαμε ποτέ να βγούμε στους δρόμους, να διεκδικήσουμε ένα καλύτερο αύριο. Το είχαν ήδη φροντίσει για εμάς. Θα γινόμαστε γιατροί και δικηγόροι, πυρηνικοί φυσικοί και πανεπιστημιακοί καθηγητές. Τουλάχιστον. Και λίγο θα ‘ναι μετά από τόσα που έκαναν για εμάς.

Περάσαμε μία κάποια εφηβεία στα μουλωχτά. Που όλοι μας έφταιγαν, αλλά δεν ξέραμε γιατί. Γιατί ούτε ποτήρι νερό δε χρειάστηκε να σηκώσουμε.

Ακόμα και τώρα μας το φέρνει η μαμά. Που μένουμε μαζί της. Που ακόμα ελπίζει πως θα γίνουμε γιατροί και δικηγόροι. Γιατί έτσι λέει το χαρτί. Γιατί απλά ατυχήσαμε να είμαστε αυτή η γενιά. Των 500 ευρώ. Των «όχι» που σημαίνουν «ναι». Της ημιαπασχόλησης και των απλήρωτων υπερωριών. Των «μαύρων» και των ανασφάλιστων. Των εργένηδων και των δεσμοφοβικών. Των φοβικών και νευρωτικών. Γιατί δεν αποδειχθήκαμε αρκετοί για να γεμίσουμε τα παπούτσια που μας έφτιαξαν.

Είμαστε μία απογοήτευση. Που στην ηλικία τους δεν έχουμε ακόμα παιδιά. Δε ρίχνουμε μπετά για το δικό μας κακόγουστο σπίτι που φωνάζει «νεόπλουτος». Για το δικό μας εξοχικό πάνω στην παραλία, εκτός σχεδίου. Αλλά ποιος νοιάζεται; Αυτό δεν κάνουν όλοι; Κι όλοι τα ρίχνουμε σε όλους, όταν ψάχνουμε παραλία να σωθούμε. Όταν τα μπετά πιάνουν φωτιά.

Είμαστε η γενιά που θυσιάστηκαν για εμάς.

Παραλίγο επιτυχημένοι. Παραλίγο ευτυχισμένοι. Παραλίγο ενήλικες.

Θα μας καταλάβεις στον δρόμο. Γιατί ακόμα γέρνουμε προς τα μπροστά. Αυτή η τσάντα μας άφησε κουσούρι.

Δεν είμαστε ούτε ενήλικες ούτε παιδιά. Είμαστε τα όνειρα της προηγούμενη γενιάς. Ένας εφιάλτης και μισός.

Γιάννα Κατ.
pillowfights

Σας ενδιαφέρουν κι' αυτά...