Λίγο πήδημα κι αγάπη σου γυρεύω…


Έχει χαθεί η επικοινωνία ανάμεσα στα φύλλα σας λέω…

Κάτι δε πάει καλά να ‘ούμε. Έχω τρελλαθεί στη χυλόπιτα να ‘ούμε…

Δε ξέρω τι να πώ να ‘ούμε… Μεγάλωσα, δε περνά η μπογιά μου… Τι να πώ να ‘ούμε..

Μιά χαρά παιδαράς είμαι να ‘ούμε… Μάλλον κάτι δε πάει καλά με τις γυναίκες να ‘ούμε ή εγώ πέφτω σε περίεργες περιπτώσεις να ‘ούμε.

Για ακούστε και εσείς να ‘ούμε.

Γκομενάκι από τη δουλειά να ‘ούμε. Ωραίο, καλό και τρυφερούδι.’ Ντακς όχι και να τρελλαθείς κιόλας να ‘ούμε, αλλά ωραίο κομματάκι να ‘ούμε.

Και δώστου «χα χα χα και χου χου χου» να ‘ούμε και πειράγματα και δώσ’ του και μυνήματα να ‘ούμε και τηλεφωνήματα να ‘ούμε.

Αφού γούσταρε να ‘ούμε… Το είχα καταλάβει να ‘ούμε. Γιατί με περάσατε, για κανά φλώρο που δεν καταλαβαίνει πότε τον γουστάρει μια γυναίκα να ‘ούμε;

Και απόδειξη για το αλάνθαστο ένστικτο μου είναι, ότι μου έκανε πρόταση το μωρό να πάμε για καφέ να ‘ούμε!

Είπα κι εγώ να ‘ούμε ότι το πέρασα το μύνημα για το πόσο γουστάρω να ‘ούμε και το πόσο της αρέσω να ‘ούμε και αφού το γκομενάκι γουστάρει να ‘ούμε, γιατί να χάνουμε το χρόνο μας να ‘ούμε; Αφού ο «αηδονισμός» (ενν. ηδονισμό) είναι το παν να ‘ούμε…

Καφέ θέλεις κοπέλα μου; Θα σε πάω εγώ «για καφέ» να ‘ούμε.

Πάω και την παίρνω από το σπίτι με την αμαξάρα (όχημα, πλυμμένο και γυαλισμένο κτλπ), κυριλέ ντυμένος και μου έρχεται κι αυτή με κάτι «μίνια» κάτι «ξώπλατα» να ‘ούμε. Άναψα να ‘ούμε… Φαινόταν καθαρά το θέμα να ‘ούμε.

Είπα κι εγώ «ντακς όλα καλά» και σκέφτομαι «γιατί να χάνουμε χρόνο να ‘ούμε» και βγαίνω βούρ για Κηφισό και προς Λαμία…

«Που πάμε από εδώ μου λέει; Βγαίνουμε από την πόλη. Εγώ έλεγα να πηγαίναμε κανά Κολωνάκι»

«Θα σε πάω εγώ να δεις άλλο Κολωνάκι μανάρα μου…» της λέω

Σάστισε λίγο να ‘ούμε αλλά δεν έδειξε τίποτα να ‘ούμε. Και πάω και εγώ και παρκάρω μπροστά από το «Μήδας» να ‘ούμε.

«Τι ‘ ναι εδώ ;», μου λέει

«Τι να είναι μωρό μου;» της λέω «Ξενοδοχειάρα μανάρα μου… Για ντούρου ντούρου, κοριτσάρα μου να ‘ούμε», της λέω.

«Γιώργο τι ‘ναι αυτά. Εγώ απλά σου είπα να πάμε για ένα καφέ, και εσύ με έφερες εδώ για να με…»

«Έλα τώρα μανάρα μου… Έχει κι εδώ καφέ να ‘ούμε. Θα σου παραγγείλω ότι θέλεις. Καπουτσίνο, φραπεδιά ότι θέλεις. Αφού το θέλεις πολύ να ‘ούμε, το βλέπω να ‘ούμε»!

«Α να χαθείς ΑΝΩΜΑΛΕ!» μου λέει και μου ρίχνει μία με την τσάντα να ‘ούμε και βγαίνει έξω από το αμάξι και αρχίζει να ροβολάει με τα τακούνια στην εθνική να ‘ούμε.

Τι ‘ναι αυτά ρε να’ ούμε; Έχει χαθεί η επικοινωνία ανάμεσα στα φύλλα να ‘ούμε.

Η άλλη παντρεμένη με δύο παιδιά να ‘ούμε… Γίνεται γνωριμία, όλα καλά να ‘ούμε, κάνω κίνηση να ‘ούμε, την τακτοποιώ στο «χοτέλι» να ‘ούμε και ενώ ντυνόμασταν να ‘ούμε μου λέει…

«Πρέπει να έρθεις κάποια στιγμή σπίτι να φάμε και να σε γνωρίσουν και τα παιδιά…»

«Ποια παιδιά;» της λέω «Εγώ έχω παιδιά…»

Κάνει παύση… Με κοιτάει και σάστισα να ‘ούμε. Νόμιζα πως κάτι ήθελε από εμένα να πω και κάτι άλλο.

«Και γυναίκα…» της λέω… «Έχω και γυναίκα»

«Α ΕΙ ΣΤΟ ΔΙΑΟΛΟ! Κάθαρμα», μου λέει και φεύγει..

Και όχι μόνο αυτό… Πλήρωσα και μόνος το ξενοδοχείο να ‘ούμε, ενώ είχα σκοπό να της έλεγα να το πληρώσουμε μισό μισό να ‘ούμε. Έτσι δίκαια πράγματα να ‘ούμε…

Εγώ δεν είπα να μή της πω ότι ήμουν παντρεμένος αλλά… λάου λάου ρε παιδί μου να ‘ούμε. Να γνωριστούμε πρώτα να ‘ούμε.

Αλλά όπως είπα και πριν να ‘ούμε έχει χαθεί η επικοινωνία να ‘ούμε σήμερα… Άντρες, γυναίκες δε μιλάμε να ‘ούμε. Δε μιλάμε.

Η άλλη, η τελευταία να ‘ούμε «μ’ έφαγε»… Με έφαγε στο κρεββάτι, με έφαγε και στα λεφτά να ‘ούμε.

Πιτσιρίκα να ‘ούμε αλλά όλο «δώσε και φέρε λεφτά να ‘ούμε», δώσε και φέρε.

Τι είμαι εγώ να ‘ούμε; Τράπεζα; Αισθηματίας άνθρωπος είμαι να ‘ούμε…

Δηλαδή, τέτοια προσέγγιση έκανα να ‘ούμε… Ότι εγώ την αγαπάω να ‘ούμε και ότι με ενδιαφέρουν μόνο τα αισθήματα και ο έρωτας να ‘ούμε και με εκμεταλεύτηκε «το πτανάκι» να ‘ούμε

Μετά από κάθε «συνέρευσις» ζήταγε 100άρα να ‘ούμε. Για προσωπικά έξοδα, λέει…

Ε και κάποια στιγμή κι εγώ είχα μείνει με τα σώβρακα να ‘ούμε, δεν είχα να πάρω στα παιδιά γάλα να ‘ούμε (ανθρώπινα αισθήματα έτσι, να ‘ούμε…) και της λέω … «Ως που θα πάει αυτό το νταβατζιλίκι να ‘ούμε;»

«Τα πηδήματα πληρώνονται μπάρμπα Γιώργη…» μου λέει. «Πέσε!»

Ε της έδωσα πάλι ένα 75αρι και μετά πήγα σπίτι και σκέφτηκα να ‘ούμε… Την κατάντια του σημερινού αισθηματία ανθρώπου, σαν και «μένανε» να ‘ούμε, που εκδηλώνουμε τα αισθήματα μας να ‘ούμε και αγαπάμε να ‘ούμε και πληρώνουμε τη μάνα μας και τον πατέρα μας να ‘ούμε.

Δηλαδή έχει χαθεί η επικοινωνία, ο σεβασμός και τα αισθήματα ανάμεσα στα δύο φύλλα να ‘ούμε.

Ντροπή να ‘ούμε. Επιτέλους «ανθρώποι με αισθήματα» είμεθα και εμείς να ‘ούμε.

Ντακς… Λίγο πήδημα και αγάπη θέλαμε και εμείς να ‘ούμε και μας σκίσανε.

Ανώμαλους μας είπαν, στο διάολο μας έστειλαν και μας πήραν και τα φράγκα να ‘ούμε.

Έχει χαθεί η επικοινωνία ανάμεσα στα φύλλα σας λέω…

THE COCK
kissmygrass

Σας ενδιαφέρουν κι' αυτά...