Κάθε άνθρωπος έχει ανάγκη να πιστέψει στο θαύμα…


Όχι, λοιπόν, η πίστη στο Θεό, αλλά σε μας τους ίδιους.

Άλλες χρονιές, παραμονές της Παναγιάς, ανεβαίναμε κι ανοίγαμε το μικρό εκκλησάκι στο βουνό.
Γιόρταζε η Χάρη της κι όφειλε να είναι καθαρή και στολισμένη.
Όχι, βέβαια, ότι χρειαζόταν τίποτα ιδιαίτερο, έτσι όπως έστεκε από χρόνια ανάμεσα στις βελανιδιές και τα έλατα.
Χωμένη κάπου στα δάση του Πωγωνίου, η Παναγιά μας ήθελε μόνο λαδάκι στα καντήλια της, τρίψιμο στα μανουάλια της κι ένα άσπρισμα στην αυλή.
Θυμάμαι ανεβαίναμε με το που έπεφτε ο πολύς ο ήλιος, το απόγευμα. Δέκα ή και παραπάνω γυναίκες και παιδιά, με τα πόδια στα φιδογυριστό μονοπάτι.
Μια κρατούσε το λάδι, άλλη τα πανιά, τρίτη τον ασβέστη.
Εμείς τα παιδιά προπορευόμασταν. Μια φορά το δρομολόγιο οι μανάδες, δύο εμείς. Μπρος και πίσω. Ή και παραπάνω.
Και δε συγκρίνονταν με τίποτα η αίσθηση του μικρού πέτρινου όγκου να προβάλλει από μια γωνιά του ματιού μας στο τέλος του ανηφορικού μονοπατιού.
Η Παναγιά πάντα μάς περίμενε στη θέση της.
Τα παιδιά φιλούσαμε γρήγορα την εικόνα, κάναμε τρεις φορές το σταυρό μας και ξαμολιόμασταν στις βελανιδιές για παιχνίδι.
Οι μανάδες σήκωναν τα μανίκια κι αρχινούσαν τις δουλειές. Πρώτα το καθάρισμα, να λάμψει η Μάνα τη μέρα της γιορτής της κι ύστερα το μαγείρεμα.
Τεράστια τσουκάλια στήνονταν για να ταΐσουν τον κόσμο. Τα πρόσφερε η Αδερφότητα του χωριού για όσους θα ανέβαιναν να προσκυνήσουν ανήμερα Δεκαπενταύγουστο την εικόνα της.
Ζυγούρι βουνίσιο με κοφτό, για να ψυχοπιαστεί ο κόσμος μετά τη νηστεία.
Γιατί εκείνες τις εποχές, τις όχι και τόσο μακρινές ημερολογιακά αλλά έτη φωτός πίσω στην ψυχή, ο κόσμος την τιμούσε τη νηστεία της Παναγιάς.
Ζυγούρι με κοφτό, λοιπόν. Κι ό,τι άλλο έφερνε η κάθε οικογένεια από το σπίτι της: Λογής ηπειρώτικες πίτες και τσίπουρο.
Τελειώνοντας τις δουλειές της Παραμονής δεν κατεβαίναμε στο χωριό. Μέναμε και κοιμόμασταν στην αυλή της εκκλησίας. Όχι, βέβαια ότι κοιμόταν και κανείς, αλλά μέναμε εκεί.
Ξενυχτούσαμε την Παναγιά με το κερί. Όπως κάνουν στην Ήπειρο για το νεκρό.
Τιμή στη Χάρη της.
Και τα κατορθώματα της. 
Λέγαμε για τα θαύματα που έκανε η εικόνα της κι ας μην τα έμαθε ποτέ ο πολύς ο κόσμος.
Η προγιαγιά μου θυμάμαι, καλή της ώρα, έλεγε για εκείνο το ζευγάρι που δεν έκανε παιδιά. Και τάξανε το παιδί στη Χάρη της.
Κι εκείνη, Μάνα στοργική όλων, κάρπισε τα σπλάχνα της γυναίκας.
Κι εκείνο το παιδί που δυσκολευόταν να μιλήσει, εκείνη του έδωσε πίσω τη φωνή του.
Πάντα για τα παιδιά.
Πάντα άκουγε τον πόνο των μανάδων κι εκείνη, η Υπέρτατη Μάνα, έκανε το θαύμα της.
Ξημέρωνε Δεκαπενταύγουστος κι ήμασταν στο πόδι.
Στα πρώτα λόγια του παπά ήμασταν στη θέση μας. Καθαροί και ντυμένοι στα καλά μας, που είχαμε κουβαλήσει από την προηγούμενη.
Κι έφτανε κόσμος πολύς. Και δε χωρούσαν όλοι στο μικρό ξωκλήσι. Έμπαινε κόσμος, προσκύναγε κι έβγαινε για να μπει κι άλλος. Όλοι να την τιμήσουν.
Κι οι γυναίκες κερνούσαν πίτες και γλυκά, φτιαγμένα από τα χέρια τους. Κι ο κόσμος στρώνονταν στις πλαγιές και στα πέτρινα καθίσματα και τραπέζια, που για μένα ήταν από πάντα εκεί. Και για τη μάνα και για τη γιαγιά μου. Κι αν ρωτούσες την προγιαγιά, θα σου έλεγε πως κι αυτή δε θυμόταν πότε φτιάχτηκαν.
Το ξέφωτο με τα πέτρινα καθίσματα δίπλα στο ξωκλήσι γέμιζε κόσμο που έτρωγε κι έπινε. Κι έκαναν την εικόνα περιφορά με τα κλαρίνα για να μαζέψουν προσφορές για την εκκλησιά. Παλιό το κτίσμα, ολοένα και κάτι χρειαζόταν. Κι ο κόσμος δεν τα τσιγκουνεύτηκε ποτέ.
Ξέρεις, αναπολώ συχνά αυτές τις εποχές.
Τις χάσαμε κάπου και δεν έπρεπε.
Ίσως επειδή δοκιμάστηκε η πίστη μας. Ίσως γιατί απορροφηθήκαμε με άλλα, που κρίναμε πιο σημαντικά, πιο απαραίτητα, πιο κρίσιμα.
Μη με ρωτάς, δεν ξέρω να σου πω.
Το μόνο που ξέρω, είναι πως από τότε, κοιμήθηκα σε λογής ξενοδοχεία και μαλακότερο κρεβάτι από τις πλάκες στο ξωκλήσι δε βρήκα.
Κι ίσως εκεί να κρύβεται και η ευτυχία που ψάχνουμε διακαώς μα πάντα μας ξεφεύγει. Στα απλά, τα ταπεινά των παιδικών μας χρόνων.
Κάπου εκεί βρίσκεται και η πίστη μας. Όχι μόνο στο Θεό. Άλλωστε ο καθένας μπορεί να πιστεύει όπου θέλει ελεύθερα.
Το τι γαληνεύει το μέσα του, δεν μπορεί να του το υπαγορεύσει κανείς…
Όχι, λοιπόν, η πίστη στο Θεό, αλλά σε μας τους ίδιους.
Πορευόμαστε, σκοντάφτουμε και πέφτουμε στο χώμα. Και πονάμε και υποφέρουμε. Και χάνουμε κι απελπιζόμαστε.
Γιατί μάλλον πια δεν πιστεύουμε στον εαυτό μας. Δεν πιστεύουμε στα θαύματα που μπορούμε οι ίδιο να προκαλέσουμε.
Πίστη, θαύμα, βοήθεια.
Σε ένα Υπέρτατο Ον, στη ζωή, στον εαυτό μας.
Δεν αλλάζει τίποτα. Μόνο το πρόσωπο…
Γι’αυτό και λέω πως έχουμε βαθιά ανάγκη να πιστέψουμε οι άνθρωποι.
Πρώτα και κύρια σε μας. Κι ύστερα, όπου αλλού μας υπαγορεύει η συνείδηση μας.
Κι αυτά τα θραύσματα αναμνήσεων, οι σελίδες από την προσωπική μας ιστορία, δεν είναι άλλο από στηρίγματα για να διεκδικήσουμε ακριβώς αυτό:
Μια ζωή που μας γέμιζε και κάπου στη στροφή τη χάσαμε.
Ίσως να γίνει το θαύμα και να την ξαναβρούμε…
Δεν ξέρετε πόσο πολύ το εύχομαι. Και για μένα μα και για όλους εσάς.
Καλή Παναγιά να έχουμε…

Της Στεύης Τσούτση
diaforetiko

Σας ενδιαφέρουν κι' αυτά...