Την άνοιξη, ερωτεύσου!


σε ξορκίζω να μη φοβάσαι να φοβάσαι: την άνοιξη, ερωτεύσου.

ΑΝΘΙΣΕ Η ΑΜΥΓΔΑΛΙΑ ΜΟΥ. «Γιατί δικιά σου είναι;» απόρησε η Ιωάννα. Φυσικά και είναι δικιά μου. Αφού είμαστε φίλες. Βάζουμε κι οι δύο νωρίς-νωρίς τ’ ανοιξιάτικά μας κι αν φλεβίσει ο Φλεβάρης εμείς μυρίζουμε το καλοκαίρι.

ΕΔΕΣΑ ΚΑΙ ΜΑΡΤΑΚΙ ΣΤΟΝ ΚΑΡΠΟ ΓΙΑ ΝΑ ΜΗ ΜΕ ΚΑΨΕΙ Ο ΗΛΙΟΣ. Μόλις μπει ο Απρίλης, θα κρεμάσω το μαρτάκι μου στην αμυγδαλιά για να το πάρουν τα χελιδόνια να χτίσουν τις καινούριες τους φωλιές. Έτσι όπως μου έμαθαν στο νηπιαγωγείο. Μετά θα καβαλήσω το καινούριο μου μοβ ποδήλατο που είναι το πιο ωραίο του κόσμου.

ΘΑ ΤΟΥ ΚΡΕΜΑΣΩ ΠΟΛΥΧΡΩΜΕΣ ΚΟΡΔΕΛΕΣ. Μου εκμυστηρεύτηκε πως θέλει να γίνει γαϊτανάκι. Θα γεμίσω το καλάθι του με λευκές τουλίπες και κατακίτρινα ηλιοτρόπια και θα τρέξω να ερωτευτώ. Ένα αγόρι που θα μένει σ’ ένα δενδρόσπιτο. Θα φοράμε τζην καμπάνες και θα μοιραζόμαστε παγωτό χωνάκι.

ΑΡΑΓΕ ΜΠΟΡΟΥΜΕ ΝΑ ΞΑΝΑΕΡΩΤΕΥΤΟΥΜΕ ΟΠΩΣ ΣΤΑ 17; Οι εφηβικοί έρωτες, σκέφτομαι, είναι σαν τις τηγανητές πατάτες. Είναι πάντα νόστιμες, αλλά ποτέ δεν πρόκειται να ξαναποκτήσουν τη γεύση που είχαν όταν ήσουν 5.

ΟΛΟΙ ΕΧΟΥΜΕ ΚΑΠΟΙΟN «ΜΕΓΑΛΟ», γράφει ο Λένος Χρηστίδης στα Χαστουκόψαρα. Κάποιον που έκανε δεκάδες πεταλούδες να φτερουγίσουν στο στομάχι μας. Kάποιον που όταν μας φίλησε γινήκαμε «νερό» και χυθήκαμε στο πάτωμα – όπως η Αμελί. Κάποιον με τον οποίο ανταλλάξαμε ψυχές και τις καταθέσαμε μαζί, στο βωμό της αβεβαιότητας του έρωτα. Κάποιον με τον οποίο υπήρξαμε τόσο αφελώς παιδικά ερωτευμένοι ώστε να ξεγυμνώσουμε τους φόβους και τις άμυνές μας, να τα εκτοξεύσουμε στο φεγγάρι και να περπατήσουμε χέρι-χέρι στο ασημένιο μονοπάτι πάνω στη θάλασσα. Κάποιον που επιμένουμε να κρατάμε ως σημείο αναφοράς. Αναρωτώμενοι διαρκώς εάν ήταν αλήθεια.

ΓΙΑΤΙ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΜΟΝΟ Ο ΕΡΧΟΜΟΣ, ΕΙΝΑΙ ΚΑΙ Ο ΓΥΡΙΣΜΟΣ. Ίσως γι’ αυτό δεν τα πάω καθόλου καλά με τους αποχαιρετισμούς. Αυτό που με δυσκολεύει περισσότερο είναι ότι δεν ξέρω να μεταφράζω τα φιλιά τους. Δεν καταλαβαίνω αν σημαίνουν «αντίο» ή «στο επανιδείν». Οι ερωτευμένοι, κάθε φορά που αποχαιρετιούνται, συνάπτουν μυστική συμφωνία «να τα πούνε στα όνειρά τους». Και γίνεται το αποχαιρετιστήριο φιλί λιγότερο «αντίο» και περισσότερο «στο επανιδείν». Έτσι ξυπνούν και μαζί και χώρια. Μέχρι να… ξημερώσει.

ΓΙ’ ΑΥΤΟ ΚΑΘΕ ΑΝΟΙΞΗ ΚΑΤΑΛΑΒΑΙΝΩ ΤΟΥΣ ΑΝΘΡΩΠΟΥΣ «ΚΑΖΑΜΠΛΑΝΚΑ». Εκείνους που τούς θέλουμε όλοι και δεν αφήνουν κανένα μας παραπονεμένο. Με κερδίζουν έτσι που είναι ευάλωτοι μες στον δυναμισμό τους. Τους βρίσκω γοητευτικά αψυχολόγητους. Με βολεύει που δεν (σου) δίνονται ολοκληρωτικά. Έχει μία εσάνς περιπέτειας όλο αυτό. Ξέρεις ότι κάθε μοιραίο συναπάντημα μπορεί να είναι το τελευταίο. Αλλά και κάθε τελευταίο είναι σαν πρώτο. Με ιντριγκάρει αυτή τους η ικανότητά να κοιτούν «ειλικρινά» και σένα και όλους τους άλλους. Για να σε αφήσουν τελικά, όπως ο Χάμφρεϊ την Ίνγκριντ: με μία παθιασμένη ανάμνηση, κάποτε στο Παρίσι.

ΣΚΕΦΤΟΜΑΙ ΠΩΣ ΑΥΤΟ ΠΟΥ ΑΝΑΖΗΤΟΥΜΕ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ Ο ΑΛΛΟΣ, ΑΛΛΑ ΤΟ ΣΥΝΑΙΣΘΗΜΑ. Τα βάζω με τον Disney που μας πούλησε το παραμύθι από τα μικράτα μας για το βασιλόπουλο με το άσπρο άλογο. Λύνω τα μάγια του παλατιού, χώνομαι στο πλήθος και σε ξορκίζω να μη φοβάσαι να φοβάσαι: την άνοιξη, ερωτεύσου.

Η Βιβιάνα πιστεύει στην κοινοκτημοσύνη και στους ανθρώπους. Γράφει από εδώ κι από εκεί, «κυρίως τη λίστα του σούπερ μάρκετ». Ζει και σπουδάζει στο Λονδίνο. Θα επιστρέψει όταν της εξαντληθούν τα αποθέματα ήλιου.

γράφει η Βιβιάνα Μηλιαρέση
doctv

Σας ενδιαφέρουν κι' αυτά...