Αγαλματάκια ακούνητα


Και εκεί έμεινε… μείναμε. Και δεν μυρίζει και γιασεμί.

Αγαλματάκια ακούνητα, αμίλητα, αγέλαστα… αγαπημένο παιχνίδι των παιδικών χρόνων…

Στο πλάι της εκκλησίας στη γειτονιά με το που έπεφτε ο ήλιος η συνάντηση. Από τα παράθυρα τριγύρω μυρωδιά τηγανιτής πατάτας (να φάνε τα παιδιά κάτι το βράδυ) και ψίθυροι στις αυλές με άρωμα γιασεμιού.
Έξι μαζευόμασταν σύνολο και παίζαμε ασταμάτητα ως τα μεσάνυχτα… ωραίο να έχεις παιδική ηλικία, τέτοια, με γεύσεις και αρώματα.

Έτσι καταντήσαμε, αγαλματάκια πιο ακούνητα δεν πάει άλλο. Παγωμένα στη ρωγμή ενός χρόνου, που δε λέει να δώσει υπόσχεση.
Κρίμα είναι. Άδικο και τα όνειρα να γίνουν της επιβίωσης, τα όνειρα είναι να σε στροβιλίζουν στη δίνη του απίθανου, όχι να βγει η μέρα, η όποια μέρα.
Στη ζωγραφική μηδέν ήμουν. Η Γλυκερία, η πρώτη φίλη στο νήπιο, ζωγράφιζε υπέροχα. Κι εγώ στενοχωριόμουνα. Τα σπιτάκια μου ήταν σαν σεισμόπληκτα. Τα λουλούδια μου σαν τσαλακωμένα. Μη λυπάσαι, εσύ θα λες ιστορίες πρότεινε η Γλυκερία και εγώ θα τις χρωματίζω στο χαρτί. Συμφωνία τιμής.

Μέχρι το καλοκαίρι είχαμε φτιάξει δώδεκα ιστορίες με εικόνες.
Και άλλη παιδική μνήμη… παίζαμε και κάτι άλλο που το είχαμε βαφτίσει “χώρες” (αρχές της Ένωσης, ακούγαμε κι εμείς από τους μεγάλους συνέχεια για τα κράτη) και κάπως έτσι έκλεινε το αυτοσχέδιο παιχνίδι… να μείνει να μείνει στο αναμμένο καμίνι… η Ελλάδα

Και εκεί έμεινε… μείναμε. Και δεν μυρίζει και γιασεμί.

Ελένη Καραμαγκιώλη
solygeiablog

Σας ενδιαφέρουν κι' αυτά...