Ας σωθούμε από μόνοι μας αφού δεν το κάνει άλλος κανείς


δε συμφωνείς;

Πες μου τι γίνεται γιατί δεν καταλαβαίνω.
Πολλά ακούω, πολλά βλέπω κι όμως όλα τα αρνούμαι. Κλείνω τα αυτιά και τραγουδώ δυνατά. Τόσο δυνατά που γίνομαι φάλτση και με τρομάζει η φωνή μου.
Αλλά δε θέλω άλλα. Δεν μπορώ άλλα στενόχωρα, δεν τα αντέχω.
Μύρισε απελπισία.
Μύρισε θάνατος, μύρισε διχόνοια, μύρισε σπαραγμός.
Παιδιά σφάζονται, γονείς εγκαταλείπουν κι εγκαταλείπονται στο έλεος, άνθρωποι σκοτώνονται, βιάζονται, κακοποιούνται.
Κι άλλοι πάλι, εκείνοι που δεν απασχολούν τα βρωμερά δελτια ειδήσεων, πονούν.
Πονούν πολύ φίλε και δεν υπάρχει ένας άνθρωπος να ακούσει τις κραυγές τους, δεν υπάρχει ένα χέρι να συγκρατήσει την πτώση τους.
Τι γίνεται μου λες;
Τι βούρκος είναι αυτός που βουλιάξαμε; Τι λαγούμι είναι αυτό που χωθήκαμε;
Και που πάμε; Τι μας περιμένει παρακάτω;
Δεν ξέρεις να μου πεις. Μήτε κι εγώ ξέρω τι να πω.
Μόνο φοβάμαι. Κι όσα περισσότερα δε χωρά το κεφάλι μου, όσα περισσότερα δεν καταλαβαίνω, τόσο πιο πολύ φοβάμαι.
Για σένα, για μένα, για όσους αγαπώ κι όσους δε γνωρίζω καν.
Βουλιάζουμε, δεν το νιώθεις; Δε νιώθεις το έδαφος να ταλαντεύεται κάτω από τα πόδια σου;
Κινούμενη άμμος η ζωή μας. Κι εμείς αντί να παλεύουμε για το μπροστά, προσπαθούμε να μην πάμε κι άλλο κάτω. Κι επειδή κάθε κίνηση μας τραβά πιο πολύ στον πάτο, μένουμε ακίνητοι.
Αδρανείς είμαστε φίλε, δεν το βλέπεις;
Τόσα και τόσα δω γύρω, τόσα σπαραχτικά, τόσα που δε χωρά το κεφάλι μας κι εμείς τα αφήνουμε να περάσουν σαν τα πιο συνηθισμένα γεγονότα.
Πότε τη συνηθίσαμε τη γαμημένη τη φρίκη, μου λες;
Πότε συνηθίσαμε τη βρώμα της;
Γεμίσαμε κακοφορμισμένες πληγές που αρνούμαστε να τις ονοματίσουμε. Θα μου πεις όλα δεν τα αρνούμαστε;
Κάναμε τον καθρέφτη ψεύτη. Κοιτιόμαστε και δε βλέπουμε τίποτα. Όχι γιατί δεν υπάρχει, αλλά γιατί δε θέλουμε να δούμε.
Κι όσο εμείς αρνούμαστε θεριεύει η ζούγκλα εκεί έξω. Και δυστυχούν οι άνθρωποι και πονούν και πεθαίνουν. Κι εμείς τα αφήνουμε όλα να περνάνε. Λες κι είναι γρίπη, θα κάνει τον κύκλο της κι έπειτα όλα καλά.
Σκατά στα μούτρα μας. Σκατά στο στόμα, τα μάτια και τα αυτιά μας.
Κι ένα κενό. Εκεί στη μεριά της καρδιάς.
Μια τρύπα που ακόμη δεν έχει γεμίσει με σκατά. Ευτυχώς.
Αλλά αν συνεχίσουμε έτσι δε θα αργήσει.
Και τότε τίποτα δε θα μας μένει παρά ένας λάκος. Ένας ανοιχτός τάφος για να μπούμε μέσα και να ζητήσουμε να μας σκεπάσουν.
Γιατί τότε τίποτα δε θα έχει νόημα. Ούτε εμείς, ούτε η μίζερη, δειλιασμένη μας ύπαρξη.
Όμως υπάρχει ακόμη τρύπα. Δε χάθηκαν όλα.
Υπάρχει, νιώσε το.
Και γέμισέ τη.
Όχι σκατά, σε πείσμα των καιρών.
Γέμισέ την αγάπη και έννοια και διαμαρτυρία για όλα τα παράλογα που μας έπνιξαν.
Κάνε την δίοδο για αέρα καθαρό. Αέρα που θα διώξει τη βρώμα και θα μας σώσει.
Μια και δεν έρχεται κανείς να μας σώσει ας το κάνουμε από μόνοι μας, δε συμφωνείς;

Της Στεύης Τσούτση
diaforetiko

Σας ενδιαφέρουν κι' αυτά...