Εκείνες που πάντα θα ελπίζουν σε μια φίλη της καρδιάς…


Τώρα τις λένε απλά… Φίλες…

Τυχερές στη φιλία δεν μπορούσες να τις πεις.
Εκεί που άλλοι κρατούσαν επαφές από το νηπιαγωγείο ακόμη, εκείνες ζορίζονταν να μετρήσουν έστω και μια φίλη καρδιακή.
Ζήλευαν τους άνδρες για τις σταθερότητες των δικών τους σχέσεων. Τους μισούσαν για εκείνη τη χαλαρότητα που αντιμετώπιζαν στις παρέες.
Εκεί κάθε καυγάς έληγε με μπύρες. Κι όλα ξεχνούνταν.
Στις γυναίκες, πάλι, όλα ήταν πάντα πιο περίπλοκα.
Πισώπλατα μαχαιρώματα, ξεκατινιάσματα, ζήλιες, προδοσίες.
Κλάματα και κατηγόριες. Και μοναξιά, απέραντη μοναξιά κι απορία.
Γιατί άλλες να έχουν μια φίλη της καρδιάς ενώ εκείνες όχι;
Απάντηση δεν έβρισκαν ποτέ καμιά. Μόνο κρατούσαν βαθιά μέσα τους πως τούτη η κατάρα που τις τύλιγε, μια μέρα θα έσπαγε.
Μια μέρα θα γνώριζαν τη φίλη της καρδιάς τους.
Θα ερχόταν από το πουθενά και θα ήταν το γέλιο της που θα έσπαζε τα παγωμένα τους σκοτάδια.
Θα γινόταν φίλη κι αδερφή. Συμβουλάτορας και συμπαραστάτης.
Θα νοιαζόταν δίχως να ζητά ανταλλάγματα. Κι εκείνες θα της έδιναν όλη την αγάπη που έκρυβαν χρόνια και χρόνια μέσα τους.
Θα ήταν εκεί όπως κι εκείνες έμαθαν τόσα και τόσα χρόνια να είναι, αντιμετωπίζοντας όμως εκμετάλλευση και πόρτες θεόκλειστες.
Κάποτε η κατάρα τους θα διαλυόταν και θα μάθαιναν κι αυτές πως είναι να έχεις μια τέτοια φίλη.
Μια οικογένεια που τους χαρίστηκε και δεν την κληρονόμησαν.
Και περίμεναν… Ολοένα περίμεναν.
Κι ήταν στιγμές που πίστευαν πως τούτη η αναζήτησή τους έφτανε στο τέλος της. Πίστευαν πως έβρισκαν εκείνη τη μία φίλη που θα καλύψει το κενό της καρδιάς τους.
Μα μάταια.
Άλλη μια αποσκευή φορτωμένη στην πλάτη, μια χαρακιά στην καρδιά και μια απογοήτευση με γεύση χολής στο στόμα.
Πάλι είχαν πέσει έξω.
Ως πότε;
Κανείς δεν ξέρει.
Μα ετούτη η ελπίδα, η βαθιά ανάγκη του μοιράσματος, του φιλικού κι όχι του 3ρωτικού δοσίματος, όμοια με καπετάνιο δεν εγκαταλείπει το φουρτουνοτσακισμένο καράβι τους.
Ελπίζουν.
Και περιμένουν.
Εδώ ίσως θα ήθελες κι εσύ, όμοια με αυτές, να διαβάσεις ένα happy end.
Θα ήθελες να σου πω πως όποιος ξέρει να περιμένει, πάντα αμείβεται.
Αλλά δε θα στο πω. Κανένα ψέμα δεν επιτρέπω να διαβάσεις σε τούτες τις πέντε αράδες.
Θα σου πω μοναχά, πως όποιες δε σταματούν να περιμένουν, δεν παύουν και να ελπίζουν.
Κι ίσως, αν το Σύμπαν σταθεί απλόχερο μαζί τους, να τους στείλει, έστω κι αργούτσικα μια φίλη όπως την ονειρεύτηκαν.
Θα είναι λίγο παλαβιάρα αλλά θα συντονίζονται οι τρέλες τους.
Θα συντονίζονται ακόμη και τα γέλια τους. Όμοια με αυτά και οι καρδιές τους, που σαν να γνωρίζονται χρόνια, θα καταλαβαίνει η μια το χτύπο της άλλης.
Αυτές οι δύο γυναίκες, που δε συναντήθηκαν τυχαία, θα δεθούν σαν μία.
Θα κουβαλούν κοινές μνήμες, θα καταλαβαίνονται, θα στηρίζονται.
Θα είναι φίλες με την πιο παραδοσιακή, την πιο αυθεντική έννοια που δόθηκε ποτέ στον όρο.
Μαζί θα μάθουν να εμπιστεύονται ξανά την καλή πρόθεση των ανθρώπων.
Μαζί θα συγχωρήσουν όσες άλλες, προηγούμενες “φίλες” τις πλήγωσαν.
Μαζί… Μόνο μαζί και ποτέ ξανά μόνες.
Μη με ρωτήσεις τα ονόματά τους. Δεν ξέρω να στα πω. Αλλά κι αν ήξερα, λέξη δε θα έβγαινε από το στόμα μου. Βλέπεις και η Ευτυχία ματιάζεται και πρέπει να την προφυλάξουμε.
Άλλωστε τα ονόματά τους δεν έχουν πια σημασία. Αντικαταστάθηκαν κι αυτό έχει τη μεγαλύτερη αξία του κόσμου.
Τώρα τις λένε απλά … Φίλες …
Και στα δικά σου εύχομαι…
Να γερνάω και να σε έχω να με βρίζεις και να με στέλνεις για καλημέρα στον αγύριστο…
Να μου γελάς σπάζοντάς μου το τύμπανο… Και να μ’αγαπάς όσο σ’αγαπώ εγώ.
Κι ας με πρήζεις να κάμω παιδί για να έχεις να λαδώνεις.
Άλλη ευλογία από τούτη δεν έχω να περιμένω παλαβιάρα μου.
Δικό σου… Έτσι για να κλάψεις, να έχω να ευχαριστιέμαι…

Της Στεύης Τσούτση

diaforetiko

Σας ενδιαφέρουν κι' αυτά...