Ποτέ δε θα χορτάσω την αγάπη σου…


Κι εσύ φρόντιζε να μου τη δίνεις.

Εγώ στο λέω μα εσύ γελάς.
Υπερβολικό σου φαίνεται, γι’αυτό γελάς. Ή πάλι μπορεί να είναι κι από αμηχανία. Δεν ξέρω να σου πω. Κι αν ρωτήσω, μάλλον ούτε κι εσύ θα ξέρεις να απαντήσεις. Η αλήθεια πάντως είναι μία και δεν αλλάζει: Δε θα τη χορτάσω ποτέ την αγάπη σου.
Πες το ρομαντικό. Πες το ανεδαφικό. Εγώ θα στο πω αναπόδραστη πραγματικότητα.
Όχι, δεν πρόκειται να τη χορτάσω.
Αρνούμαι και να σκεφτώ πως θα ξημερώσει μέρα και δε θα με πάρεις αγκαλιά καθώς ξυπνάμε. Δε θα νιώσω την ανάσα σου στο αυτί μου να λέει καλημέρα και το φιλί σου στο λαιμό.
Κι είναι αυτή η ασφάλεια του στήθους σου, έτσι καθώς ανεβοκατεβαίνει ρυθμικά, που δε θα θελήσω να την απαρνηθώ ποτέ.

Γιατί έτσι είναι οι μεγάλοι έρωτες, μάτια μου.
Δένεσαι χειροπόδαρα και μετράς ανάσες. Ανάσες του άλλου και ποτέ δικές σου, μια και αυτές είναι που σου δίνουν νόημα.
Τίποτα δεν περίμενα από όσα μου δίνεις. Ούτε καν εσένα περίμενα να έρθεις.
Μα το μεγαλόψυχο Σύμπαν, που λυπάται τους ανθρώπους που πονούν για την αγάπη και την αναζητούν, ελέησε να σε φέρει.
Μια στιγμή ήταν αρκετή για όλη την υπόλοιπη ζωή μας.
Περνούν τα χρόνια κι όμως εκείνη τη στιγμή θα μνημονεύω πάντα. Εκείνη την πρώτη ματιά κι αυτόματα τη συνειδητοποίηση ότι ήσουν εσύ.
Εσύ ήσουν που περίμενα. Για σένα άξιζαν όλα τα δάκρυα και οι πόνοι του άτυχου παρελθόντος μου.

Ήρθες κι όλα σβήστηκαν. Μνήμες, ονόματα.
Τώρα μόνο εσύ και η ζωή που χτίσαμε παρέα. Με τους ανθρώπους μας, το σπίτι μας, τις συνήθειες και τις στιγμές μας.
Κάθε αυτόματη, συγχρονισμένη κίνησή μας κι ένα χαμόγελο. Κάθε ταυτόχρονη κοινή μας λέξη και μια συνειδητοποίηση: πως δε βρεθήκαμε τυχαία.
Πως λοιπόν να τη χορτάσω την αγάπη σου;
Πως να χορτάσω την τρυφερότητά σου, όταν για τόσα χρόνια τη στερήθηκα;

Τη στερήθηκα την αγάπη καλέ μου. Εγώ την ήθελα ποτάμια κι εκείνη μου ερχόταν σε σταγόνες. Μικρές παρακαλετές σταγόνες που δεν μπορούσαν επ’ ουδενί να με γλιτώσουν από την ξηρασία μέσα μου.
Αστείο σου φαίνεται; Κι υπερβολικό;
Μπορεί. Αλλά δεν είναι. Όχι για μένα…
Κι ήρθες εσύ. Που ποτέ δεν πρόλαβα να σου ζητήσω κι έδινες, ολοένα έδινες.
Στοργή κι αγάπη κι έννοια και προστασία.
Έγινες ο βοηθός, το στήριγμα, ο συνεπιβάτης και συνοδοιπόρος. Δάσκαλος και μέντορας, σύμμαχος αλλά και ο πιο αυστηρός κριτής. Από αγάπη και πάλι… Για να γίνομαι καλύτερη.
Και γίνομαι.
Κοντά σου ξέχασα πως είναι να παρακαλάς για αγάπη.
Μόνο κάτι βράδια, πετάγομαι από εφιάλτη πιστεύοντας ότι δεν υπάρχεις. Κι είναι το άκουσμα της ανάσας σου και η αφή σου που με πείθουν πως ήταν κακό όνειρο και πέρασε. Υπάρχεις κι είσαι δίπλα μου.
Όχι, δεν είσαι ο τέλειος. Είναι απλά τέλειος για μένα κι αυτό αρκεί.

Γι’αυτό και δεν πρόκειται να χορτάσω την αγάπη σου.
Θα την έχω να τη χαίρομαι και να τη διεκδικώ ολοένα.
Κι εσύ φρόντιζε να μου τη δίνεις.
Σύμφωνοι;

Της Στεύης Τσούτση

diaforetiko

Σας ενδιαφέρουν κι' αυτά...