Εκείνοι οι μονόπλευροι έρωτες με ημερομηνία λήξης…


Μακάρι να μπορούσαν τα μάτια σου να δουν.

Ο λαός λέει πως ο έρωτας, σαν και τη δικαιοσύνη ενίοτε, είναι τυφλός. Και μες την απέραντη σοφία του, έχει για άλλη μια φορά δίκιο.
Τυφλός είναι ο έρωτας.
Σου σφαλίζει τα μάτια δίνοντάς σου, την ίδια ακριβώς στιγμή, τη σιγουριά που ποτέ άλλοτε δεν έβλεπες πιο καθαρά.
Μα δε βλέπεις.
Μακάρι να μπορούσαν τα μάτια σου να δουν. Μακάρι να καταλάβαινες εξ αρχής πως αυτός ο άνθρωπος που ερωτεύεσαι και πέφτεις στα πατώματα για πάρτη του δεν κάνει για σένα.
Όχι μάτια μου, δεν κάνει.
Είναι λίγος.
Λίγος στο να μπορέσει να ανταποκριθεί σε εκείνο το μεγαλείο συναισθημάτων που εσύ μπορείς να δώσεις.
Για πόσο νομίζεις θα μπορείς να δίνεις χωρίς αντίκρυσμα;
Για πόσο τα συναισθήματά σου και οι εκδηλώσεις τους θα πέφτουν σε τοίχο;
Λες να μπορέσεις πολύ καιρό να αγαπάς χωρίς να αγαπιέσαι;
Τραβάς το χρόνο από τα μαλλιά και δίνεις ολοένα παρατάσεις. Δίνεις συνέχεια δεύτερες ευκαιρίες που όμως ποτέ δεν αξιοποιούνται. Πέφτουν στο κενό. Και μαζί με αυτές πέφτεις κι εσύ.
Τσακίζεσαι… Κι αντί να θυμώνεις, εσύ, ο βαθιά καλός κι ακόμη πιο βαθιά ενοχικός άνθρωπος, ζητάς και συγνώμη.
Σκληρό θα σου φανεί, αλλά υπάρχουν κι άνθρωποι που δεν μπορούν να δώσουν αγάπη.
Μπορούν ενδεχομένως να τη νιώσουν αλλά δεν κάνουν τίποτα για να την εξωτερικεύσουν.
Φόβο πες το. Ανασφάλεια ή ότι άλλο βρεις. Ένα θλιβερό ποτ πουρί όλων αυτών η καρδιά τους.
Μεγάλη ίσως, μα άδεια.
Ναι, υπάρχουν και οι άνθρωποι οι συναισθηματικά ευνουχισμένοι. Οι άνθρωποι που δε θα δώσουν. Μόνο θα πάρουν από σένα ό,τι δώσεις. Δε θα στο κλέψουν, μην τους το καταλογίζεις.
Εσύ θα το δώσεις τυφλωμένος από τον έρωτά σου.
Τον αδιέξοδο, μονόπλευρο έρωτα που κυνηγάς μα δε σου κάθεται.
Που στριμώχνεις κι αυτός ξεφεύγει από τις χαραμάδες.
Κι αυτοί θα πάρουν ό,τι δώσεις. Θα πουν ενδεχομένως κι ευχαριστώ. Αλλά ως εκεί.
Δεν είναι κακοί, απλά δε σ’αγαπούν τόσο όσο εσύ.
Δε θα ανοίξουν τα χέρια να σε κρατήσουν. Δε θα ανοίξουν την καρδιά τους να σε βάλουν μέσα όπως εσύ θέλεις.
Και οι όροι οι δικοί τους είναι λίγοι, μάτια μου. Σε σένα, που δίνεις όλο σου το είναι, μοιάζουν φτωχοί. Και είναι.
Έρωτας με ψίχουλα δε ζει. Υποσιτίζεται, ατροφεί και σβήνει.
Κι είναι εκείνη η στιγμή που ξεψυχά, που τραβιέται η κουρτίνα μπρος από τα μάτια σου και βλέπεις την αλήθεια.
Βλέπεις πόσο τυφλώθηκες από την ένταση των συναισθημάτων σου. Πόσο ωραιοποίησες καταστάσεις, πόσο παρερμήνευσες λόγια και συμπεριφορές.
Και θυμώνεις.
Με σένα θυμώνεις. Για το χρόνο που έχασες. Για τις ευκαιρίες που μπορεί να άρπαζες αν δεν ήσουν εκεί, ψυχή και σώμα.
Όσο για εκείνον;
Δεν το μισείς. Το νοιάζεσαι όπως κάνεις και για όλους τους ανθρώπους. Ίσως και να τον αγαπάς με εκείνο το γλυκό, νοσταλγικό τρόπο που αγαπάμε κάτι που στο παρελθόν υπήρξε σημαντικό για μας.
Αλλά δεν είναι πια.
Το βαρίδι που σε κρατούσε στη θέση σου κόπηκε.
Δεν μπορείς να ζήσεις δίχως έναν έρωτα όπως τον θέλεις εσύ. Όπως τον δικαιούσαι, όπως τον ονειρεύτηκες.
Κι αφού αυτός δεν μπορεί, αποδεδειγμένα, να στον δώσει, ανοίγεις τα φτερά σου και τον αναζητάς αλλού.
Κάπου που θα δίνεις ένα και θα σου δίνουν τουλάχιστον ένα. Όχι επειδή το ζήτησες, όχι από υποχρέωση. Μόνο από έρωτα.
Από γνήσιο, αμφίπλευρο και παντοκράτορα έρωτα…

Της Στεύης Τσούτση

diaforetiko

Σας ενδιαφέρουν κι' αυτά...