Στους μασκαράδες της ζωής μας


«Μίλησέ μου για τον πιο μασκαρά γκόμενο που είχες ποτέ»

Καθόμασταν σε ένα καφέ οι δυο μας.

Η Έλενα σχεδόν είχε ξαπλώσει στην καρέκλα με το κεφάλι φάτσα προς τον ουρανό και τα καφέ γυαλιά ηλίου καθρέφτιζαν επάνω τους μόνο τα σύννεφα και λίγο ήλιο.  Ήταν Κυριακή της Αποκριάς και μόλις την είχαμε κοπανίσει από το πιο βαρετό αποκριάτικο πάρτι όλων των εποχών.

«Μίλησέ μου για τον πιο μασκαρά γκόμενο που είχες ποτέ» τη ρώτησα για να διασκεδάσουμε λίγο. Είχα αρχίσει να βαριέμαι κι εδώ  και η Έλενα πάντα είχε να μου πει μια καλή ιστορία για κάποιο ξεχασμένο εραστή.

«Τώρα που το λες, είναι απίστευτο, είχαμε χωρίσει Καθαρά Δευτέρα. Τυχαία το θυμήθηκες τώρα;»

«Σύμπτωση μάλλον» είπα.

«Ο  Γιώργος, είχαμε περάσει υπέροχα. Ανέβαινα στη μηχανή του κι αρμενίζαμε όλη την Ιταλία. Είχε κι ένα συγκάτοικο, τον Έτζο, ήταν πολύ αδύνατος κι έμοιαζε η μούρη του ολίγον σαν σαρδέλα. Ο Γιώργος αντιθέτως ήταν αυτό που σήμερα θα το χαρακτηρίζαμε ως τούμπανο. Ψηλός, μελαχρινός, με πλάτες τριαξονικές και θεληματικό πηγούνι.

Τον γνώρισα ένα καλοκαίρι σε διακοπές στη Ζάκυνθο κι αμέσως μόλις έφυγε πήγα κι εγώ μαζί του στο Μιλάνο όπου σπούδαζε. Ιατρική. Έμεινα ένα μήνα. Στο ορκίζομαι δεν έχω ξανακλάψει τόσο πολύ στη ζωή μου. Έκλαιγα μερόνυχτα και νομίζω πως δεν έχω κάνει άλλη φορά τέτοιους λογαριασμούς στο κινητό.

Ήμουν τρελά ερωτευμένη, ξέρεις τι φόβο έχω για τις μηχανές, ε με το Γιώργο σκέψου πως έφτασε η χάρη μου μέχρι και στο Λουγκάνο, καβάλα στη μηχανή του. Είχα σχεδόν πιστέψει πως είναι ο τέλειος. Ταξίδια στο Μιλάνο, Ελβετία, Βενετία στις γόνδολες, Φλωρεντία στα μουσεία και τις γέφυρες πιασμένοι χέρι-χέρι και να οι περίπατοι στη Βίλα Ντ`Έστε, υπέροχο το Κόμο, και δεν μας γλίτωσε ούτε  το Λάγκο Ματζόρε .

Και πέρασε ο καιρός, το καλοκαίρι, το φθινόπωρο κι ένας χειμώνας κι ήρθε μια άνοιξη φωτεινή από αυτές που μόνο στην Ελλάδα έρχονται κι είχα μείνει σχεδόν άφραγκη. Δεύτερη φορά που του κανα τα εισιτήρια. Ήρθε να με δει. Είχαμε λείψει ο ένας στον άλλον πάρα πολύ και πρέπει να βγάλαμε δυο μερόνυχτα τουλάχιστον στο κρεβάτι ενός ξενοδοχείου κατηγορίας ψψψ. Όπου ψ ίσον ψείρες, λεφτά δεν υπήρχαν ούτε για να αγοράσουμε μαντήλι να κλάψουμε κι είχε αρχίσει να μου τη δίνει λίγο στα νεύρα. Πλήρωσα ένα σκασμό χρήμα στο τηλέφωνο μόνο και μόνο για να κάθομαι να κλαίω πάνω από ένα ακουστικό , και να που πλήρωνα τώρα και το ξενοδοχείο.

Να μην σου τα πολυλογώ, βγήκαμε κάποτε από το ξενοδοχείο κι ο Γιώργος ήθελε πια να με κάνει επίσημη αγαπημένη. Οι γονείς του ζούσαν κάπου μακριά στη βόρεια Ελλάδα, οπότε κατάλληλος για να με περάσει από το πρώτο interview κρίθηκε κατά τη γνώμη του ο αδερφός του, που τύγχανε να μένει στο Αιγάλεω και ήταν έμπορος λουλουδιών σε νυχτερινά μαγαζιά.

Ήταν Καθαρή Δευτέρα και φτάσαμε το απόγευμα στο σπίτι τους. Δεν τους πήγα τίποτα, το ομολογώ , μα δεν μου είχε περισσέψει και φράγκο.

Η σύζυγος του αδερφού καθόταν σαν αρμένισσα βασίλισσα στον καναπέ. Δήλωσε κουρασμένη κι εξαντλημένη από το φαγοπότι κι έδειξα κατανόηση κι είπα δε πειράζει, αυτά συμβαίνουν, δεν έγινε και τίποτα. Σαν κάμπια ήταν αυτή, κοντή, χοντρή και πράσινη. Κι ο αδερφός του μόνο που δεν με πέρασε ακτινογραφία, ένιωθα ολόγυμνη κι ας φόραγα το τζιν κι ένα πουκάμισο. Κι αυτό με το έμπορος λούλουδων για νυχτομάγαζα καθόλου καλά δεν μου καθότανε. Τι θα έλεγα στο στρατιωτικό πατέρα μου;

Κάποια  στιγμή κοράκιασα και ζήτησα νεράκι του Θεούλη για να πιώ. Θεώρησα φυσιολογικό να μην ταράξω τη βασίλισσα που ξεκούραζε την αρίδα της στον καναπέ και πήγα μόνη μου μέχρι την κουζίνα να εξυπηρετηθώ. Ευτυχώς που δεν είχα ζητήσει τουαλέτα!

Αυτό ήταν. Μάλλον στην κουζίνα είχε πέσει μπόμπα μεγατόνων, οι τύποι είχαν φάει όλη την ψαραγορά, ή είχαν ξεχάσει τα πιάτα εκεί καμιά εβδομάδα. Επρόκειτο για κάτι το ασύλληπτο. Τα πιάτα ήταν απλωμένα ολούθε, σχεδόν έκανες σλάλομ στα πατώματα ανάμεσα σε πιατέλες και κρασοκανάτες για να φτάσεις μέχρι τη βρύση. Αναγκάστηκα να πλύνω ένα ποτήρι από μόνη μου κι ακόμα και σήμερα απορώ γιατί πήρα τέτοιο ρίσκο και δεν περίμενα λιγάκι να βγούμε έξω να αγοράσω από το περίπτερο.

Κάποια στιγμή φύγαμε. Και τότε άρχισε ο πρώτος μας και τελευταίος καυγάς. Η βασίλισσα της γυφτιάς του είχε κάνει παράπονα. Για πότε πρόλαβε; Το παράπονο αφορούσε την απίστευτη αγένειά μου να  πάω μόνη μου στην κουζίνα, θα σηκωνόταν αυτή να μου φέρει το αναθεματισμένο το νερό, και τι δουλειά είχα εγώ σε ξένα σπίτια να ανοίγω τα ψυγεία. Μου φάνηκε πως είχα μεταφερθεί σε κάποια άλλη διάσταση.

Και δεν ήταν αυτό όλο που με πείραξε, ήταν που ο Γιώργος λες κι είχε μεταμορφωθεί ξαφνικά σε ιεροεξεταστή  από το μεσαίωνα, με μάλωνε στα αλήθεια που έκανα τέτοιο ατόπημα και προσέβαλα την κυρά-κάμπια κι εκεί που νόμιζα πως είναι ο μίστερ τέλειος, κόντεψε να μου φάει το συκώτι για ένα σκατοβρώμικο ποτήρι νερό.

Και το ποτήρι ξεχείλισε όταν με κατηγόρησε που δεν τους πήρα τίποτα και πήγα με άδεια χέρια. Αυτός που δεν είχε να πληρώσει ούτε το ξενοδοχείο που μείναμε! Που με είχε πάει στο πιο βρώμικο σπίτι των δυτικών προαστίων ever! Σε μια κοντή και χοντρή κάμπια με έναν άντρα που αν δεν του ριχνα τουλάχιστον είκοσι πόντους στο μπόι θα μου χε ξεκουμπώσει το πουκάμισο το δίχως άλλο.

Κρίμα τα κλάματα, χαμπάρι δεν είχα πάρει.

Δεν άντεξα, όχι δεν άντεξα άλλο. Του έφερα όλο τον καφέ στο κεφάλι του. Σηκώθηκα κι έφυγα κι έκανα πολύ καιρό για να τον ξαναδώ.»

«Έτσι ξερά;»

«Πιο ξερά δεν έχει. Φαντάσου την έκπληξή μου όταν μερικά χρόνια αργότερα τον είδα στην τηλεόραση. Γενικό γραμματέα σε υπουργείο παρακαλώ. Το γύφτουλα! Με το συμπάθιο, μη μας πουν και ρατσιστές. Από τότε κάθε Καθαρή Δευτέρα  κάνω ένα μικρό νοητικό μνημόσυνο για τους ντενεκέδες της ζωής μου. Για τα λεφτά που πλήρωσα, για τα τηλεφωνήματα και τα κλάματα τα τόσο άδικα, για όλους τους παλιομασκαράδες που θρέψαμε μες τις αγκάλες μας!»

«Αμήν χρυσή μου.»

kissmygrass

Σας ενδιαφέρουν κι' αυτά...