Αρκεί να μην γυρίσεις..


μη γυρίσεις ν’ αναστήσεις ψόφιες ελπίδες...

Πάνε οχτώ μήνες από τη στιγμή που πήραμε διαφορετικούς δρόμους. Πριν κανά δίμηνο είχα πάψει να μετράω, ήρθε το βράδυ που κοιμήθηκα δίχως να σε σκεφτώ, και το πρωινό που ήπια καφέ δίχως να σ’ επιθυμήσω. Εκεί κατάλαβα ότι ο χωρισμός είναι σαν την ίωση, πρέπει να κάνει τον κύκλο του για να καταφέρεις ν’ ανακτήσεις και πάλι τις ισορροπίες σου, να βρεις τους ρυθμούς σου. Θέλει χρόνο να πετάξεις από πάνω σου την ταμπέλα του χωρισμένου και να μεταμορφωθείς σ’ ελεύθερο και γιατί όχι διαθέσιμο.

Έξι μήνες μου κόστισε η απεξάρτησή μου από «εμας».

Δε θυμάμαι και πολλά από τότε, μόνο το ταβάνι του σαλονιού και το κενό που γέννησε η απουσία σου. Βούλιαξα στον καναπέ, όχι ότι εκεί κοιμόμουν, μάθαινα πόντο- πόντο το ταβάνι παρέα με την αϋπνία. Τότε επικρότησα για ακόμη μια φορά την απόφαση μου ν’ αγοράσω το λευκό, άνετο καναπέ παρόλο που μου στοίχισε σχεδόν όσο ένας μισθός και παρά τη μουρμούρα σου για τη σπατάλη μου.

Το κενό ακόμα με συνοδεύει. Μόνο που τώρα το αγγίζω και δεν πονάει. Ίσα- ίσα που το γουστάρω κιόλας, όταν τα έχεις βρει με τον εαυτό σου και την απουσία, η μοναξιά πολλές φορές φαντάζει ευλογία.

Μετά τη μούχλα στον καναπέ λοιπόν, παρέα με το ταβάνι, με την ανάσα να βρωμάει από τα τσιγάρα που με συντρόφευαν μέχρι το ξημέρωμα, αποφάσισα να φροντίσω εμένα. Μάζεψα όλα «τ’ απομεινάρια σου» σε μια κούτα και τα ανέβασα στο πατάρι, τα καταχώνιασα για την ακρίβεια και ξεκίνησα να βγαίνω. Βγήκα, χόρεψα, ήπια, ξαναβγήκα, φλέρταρα, με σένα στο κεφάλι σφηνωμένο σαν πρόκα να προσπαθείς να με κρατήσεις πίσω και να μου παιδεύεις το μυαλό και όλο τον υπόλοιπο αντρικό πληθυσμό να φαντάζει στα μάτια μου πιο λίγος και απ’ το λίγο. Δεν το έβαλα κάτω όμως, άφησα το χρόνο να κάνει αυτό που ξέρει καλύτερα από τον καθένα, να παρασύρει το παρελθόν βήμα- βήμα μακριά από το παρόν, να ξεφτίζει τις αναμνήσεις.

Έτσι απλά μια μέρα έσβησες κι εσύ και κάθε ξεχασμένη, ξεθωριασμένη ελπίδα επανασύνδεσης και βρήκα εμένα. Άρχισα ν’ απλώνομαι με περίσσια ευχαρίστηση στο διπλό κρεβάτι, να γελάω με το 100% της ψυχής μου και να ζω για την πάρτη μου και μόνο.

Όλα πήγαιναν ρολόι για την ακρίβεια μέχρι προχθές το βράδυ. Μέχρι προχθές που χτύπησε το κινητό και πάγωσα με το μήνυμά σου. Μετά από οχτώ μήνες θυμήθηκες την ύπαρξή μου και μάλιστα χωρίς καμιά πρωτοτυπία. Ένα ξερό «τι κάνεις» έγραφε η οθόνη και το ρολόι μου ξεκουρδίστηκε μεμιάς.

Καιρό πριν ονειρευόμουν,τη στιγμή που θα εμφανιστείς κι εγώ θα σε στείλω στον αγύριστο. Τη στιγμή που θα γυρίσεις και εγώ θα σου σερβίρω ένα περήφανο, βροντερό, μεγαλοπρεπές «όχι», σαν αυτό της 28ης και ένα ηλίθιο «τι κάνεις» μ’ έκανε ανίκανη έστω και για ένα ξεψυχισμένο «όχι». Έσβησα το μήνυμα και έμεινα να κοιτάω το κινητό που ευτυχώς δεν ξαναχτύπησε. Εκεί κατάλαβα πως με μια επιστροφή σου είμαι έτοιμη να ξανακυλήσω. Πως σαν σειρήνα μπορείς να με παρασύρεις πάλι στο βυθό κι εγώ μόλις αναδύθηκα στην επιφάνεια. Μόλις ελευθερώθηκα απ’ τα δεσμά μου.

Φοβήθηκα τη χαρά που έφερε τ’ όνομα σου στην οθόνη και την απογοήτευση που με τάισε αυτό το ηλίθιο, κοινότυπο «τι κάνεις». Φοβήθηκα την αλήθεια.

Γι’ αυτό σου λέω μη γυρίσεις ν’ αναστήσεις ψόφιες ελπίδες, γιατί σ’ έχω ξεπεράσει αρκεί να μη γυρίσεις!

Έλενα Δασοπούλου

pillowfights

Σας ενδιαφέρουν κι' αυτά...