Όσο θα ζεις, άνθρωπε, θα γνωρίζεις νέους φίλους.


γιατί χωρίς αυτούς όλα είναι πιο άνοστα.

Λένε πως οι φίλοι έρχονται όσο ακόμη είσαι μικρός.
Τους γνωρίζεις, δένεσαι, μεγαλώνεις μαζί τους, ζεις με αυτούς.

Είναι η οικογένεια που επιλέγεις, οι συνοδοιπόροι και συμπαραστάτες σου.
Είναι οι πολύτιμοι σου.

Είναι εσύ.
Αλλά δεν έχουν δίκιο.
Ο άνθρωπος, καλέ μου, δεν είναι μαγαζάκι που κλείνει λόγω συνταξιοδότησης.
Ποιος σου είπε πως υπάρχει όριο ηλικίας να κάνεις φίλους; Ποιος υποστήριξε και τον πίστεψες πως από μια ηλικία και μετά όλοι οι άνθρωποι που θα έρθουν στη ζωή σου θα είναι απλά γνωστοί, συνεργάτες ή γείτονες;

Χαζομάρες.
Όσο υπάρχεις, συναναστρέφεσαι με ανθρώπους. Γνωρίζεις καινούριους, εγκαταλείπεις ή δένεσαι περισσότερο με τους παλιούς.
Γιατί αλλάζουν κιόλας οι άνθρωποι. Κι αυτοί που μέχρι χθες πίστευες πως θα είναι δίπλα σου για μια ζωή, αποδεικνύονται πιο ξένοι κι από τους αγνώστους. Πιο μακρινοί από ότι τόλμησες ποτέ να φανταστείς. Κι έτσι περνούν και φεύγουν.
Κι εσύ δεν κάνεις τίποτα για να τους σταματήσεις. Γιατί ξέρεις πως έτσι πρέπει να γίνει.
Και πορεύεσαι. Κι έχεις την καρδιά σου ανοιχτή. Κι ολοένα γνωρίζεις και συναναστρέφεσαι. Βρίσκεις κοινά, βρίσκεις και διαφορές. Άλλες αγεφύρωτες κι άλλες που τις παλεύεις. Που παλιότερα δεν άντεχες αλλά τώρα, μεγαλώνοντας μπορείς και δέχεσαι. Και σέβεσαι κι αντέχεις.

Κι εσύ που έλεγες πως οι φίλοι σου ονοματίστηκαν από την εφηβεία ακόμη, συνειδητοποιείς την αλήθεια της ζωής.
Πως ποτέ δεν πρόκειται να πάψεις να κάνεις φίλους.
Και πως η ζωή μπορεί να σου τα φέρει έτσι που να συναντήσεις έναν άνθρωπο που θα σου γίνει πολύτιμος στα 30, τα 40, τα 50. Όποτε τύχει, τέλος πάντων.

Και θα είναι αυτός ο άνθρωπος, φίλος ζωής.
Μη ρωτάς πως θα τον καταλάβεις. Δεν υπάρχουν σημάδια, ό,τι κι αν λένε ψυχολόγοι κι οδηγοί. Απλά το νιώθεις.
Ξεκινάς μαζί του μια κουβέντα άσχετη και βρίσκεσαι να μιλάς για τη ζωή, τους φόβους, τα όνειρα και τις ελπίδες σου. Κι αντίστοιχα να ακούς για τα δικά του. Αβίαστα, ειλικρινά, αυθόρμητα.
Βρίσκεσαι να νιώθεις πως τον ξέρεις χρόνια. Πολύ κλισέ θα μου πεις, αλλά έτσι είναι.
Και χαίρεσαι που ήρθε. Γιατί ποτέ δεν είναι αρκετοί οι φίλοι. Ποτέ ο άνθρωπος δε θα πει “χόρτασα αγαπημένα πρόσωπα, δε θέλω άλλα”. Κι αν το πει, σίγουρα δε θα το εννοεί.
Πάντα θέλεις ανθρώπους γύρω σου. Να σε νοιάζονται, να τους νοιάζεσαι, να αγαπιέστε, να μοιράζεστε.

Τι;
Μα όλα εκείνα που δε θέλεις ή δεν μπορείς να κουβαλήσεις μόνος σου. Κι είναι πολλά. Όνειρα, φόβους, ανασφάλειες, χαρές και δάκρυα, πάθη κι ελπίδες. Τόσα συναισθήματα που θέλουν κι έναν ώμο ακόμη ν’ακουμπήσουν, μια ξένη κουβέντα να τονωθούν ή να καταπνιγούν, μια συμβουλή σαν ταλαντεύονται να αποφασίσουν.

Φίλοι. Δεν έχουν ηλικία για να έρθουν. Δεν έχουν ώρα, δεν έχουν πρόγραμμα.
Απλά ανοίγουν την πόρτα και εισβάλλουν. Διεκδικούν το χώρο τους κι εμείς απομένουμε να τους βλέπουμε να μπαίνουν στη ζωή μας.
Και το χαιρόμαστε. Επιβάλλεται να το κάνουμε, γιατί χωρίς αυτούς όλα είναι πιο άνοστα.
Κι εμείς αγαπάμε τα νόστιμα της ζωής…

Της Στεύης Τσούτση

diaforetiko

Σας ενδιαφέρουν κι' αυτά...