Μια μέρα θα βρω τη δύναμη να φύγω μακριά σου


Ναι, δε χωράει αμφιβολία, θα το κάνει… Κάποτε…

Μικρή λάτρευε το κυνηγητό.
Της άρεσε να τρέχει κόντρα στον αέρα με τα μαλλιά της λυτά και να παίρνει βαθιές, αναζωογονητικές ανάσες.
Μισούσε το κρυφτό. Δεν της άρεσε ποτέ να κρύβεται. Ίσως γιατί δεν ήταν καλή. Ή πάλι γιατί λάτρευε την ειλικρίνεια.
Μα η ζωή δεν της φέρθηκε με ευγένεια.
Κι ότι μισούσε, το έμπασε μες το σπίτι της. Το έκανε τον πιο δικό της άνθρωπο.

Τώρα πια ήξερε να κρύβεται καλά. Το έκανε τόσα και τόσα χρόνια, που είχε πάψει να θυμάται πως ήταν πριν.
Κρυβόταν από γονείς, αδέρφια, φίλους και γνωστούς. Ευτυχώς που δεν είχε παιδιά, γιατί πως θα μπορούσε να κρυφτεί κι από αυτά;
Με τον εαυτό της, βέβαια, δεν τα κατάφερνε πολύ καλά ακόμη.
Εκεί, δύσκολα περνούσε το ευτυχισμένο προσωπείο που φορούσε. Το προσωπείο που είχε φτιάξει μόνη της, ζωγραφίζοντας την κάθε λεπτομέρεια. Ένα μεγάλο κόκκινο χαμόγελο, δυο μάτια ζωηρά και μάγουλα γεμάτα ζωή.
Μόνο που αυτή δεν ήταν έτσι.
Κι ο εαυτός της, μαζί με τον καθρέφτη της, το ήξεραν καλά.
Την έβλεπαν αφτιασίδωτη. Μελανιασμένη κάποιες φορές, πρησμένη από το κλάμα τις περισσότερες.
Έβλεπαν τη συντριβή. Μύριζαν το φόβο της. Άγγιζαν την απόγνωσή της.
Ο κόσμος είχε μια λέξη για όσα ζούσε. Τα ονομάτιζε κακοποίηση και τα δαιμονοποιούσε.
Θύτης και θύμα.
Μόνο που τίποτα δεν είναι απόλυτο στη ζωή. Μήτε και στην ιστορία της ήταν.
Γιατί τον αγαπούσε. Από την πρώτη ματιά τον λάτρεψε και δε διανοήθηκε ποτέ να φανταστεί τη ζωή της μακριά του.
Μόνο που στο κεφάλι της τον έπλασε αλλιώτικο από ότι ήταν. Κι όταν τα λόγια του έπεφταν μαχαίρια πάνω της, όταν η ψυχραιμία του εξανεμίζονταν, όταν ο θυμός του ξεσπούσε, εκείνη γινόταν ένα άψυχο σακί.
Ή τουλάχιστον έτσι ένιωθε.
Δεν τη χτυπούσε συνέχεια. Μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις σήκωνε το χέρι του και το κατέβαζε όπου έβρισκε. Κι εκείνη απόμενε σάρκινο κουβάρι.
Τα χέρια του δεν την πείραζαν, όμως.
Τα λόγια του την τσάκιζαν. Καθημερινά και δίχως έλεος.
Κουβέντες έπεφταν πάνω της και την έκαναν κομμάτια. Τη θέριζαν, την τσάκιζαν.
Υποτίμηση, ειρωνεία, δυσπιστία. Φωνές και βρισιές.
Κι αυτή εκεί. Να τον αγαπά και να το νοιάζεται. Να πιστεύει σε έναν καλό εαυτό που πάλευε αλλά δεν μπορούσε να δει.
Γιατί οι άνθρωποι θέλουν να πληγώνουν;
Γιατί δε μετρούν τα λόγια τους, παρά μόνο τα αφήνουν ελεύθερα να τσακίσουν κόκκαλα;
Γιατί οι λέξεις είναι χειρότερες από τις πιο δυνατές γροθιές;
Δεν ήξερε να απαντήσει.
Κι ολοένα κρυβόταν από τον καθρέφτη, από τον εαυτό της, από τους άλλους.
Η μακιγιαρισμένη δυστυχία της γινόταν έξω από το σπίτι η ιδανική ευτυχία. Η ζηλευτή.
Και να ήξεραν…
Κάθε φορά έλεγε πως θα είναι η τελευταία. Πως θα ανοίξει την πόρτα και θα φύγει.
Πως θα καταφέρει για μια ακόμη φορά να τρέξει, όπως τότε που ήταν μικρή.
Να τρέξει, να ξεφύγει. Μακριά από έρωτες που έγιναν αρρωστημένοι κι από ανθρώπους που δε μάθαν να αγαπούν, παρά μόνο να πληγώνουν.
Κι από εκείνον…
Μια μέρα θα καταφέρει να φύγει μακριά του. Θα καταφέρει να μην τον αγαπά. Να μην τον συγχωρεί ολοένα.
Μια μέρα θα θυμηθεί όλες τις προσβολές που της χτύπησε στα μούτρα κι όλα εκείνα που την ανάγκασε να υποστεί.
Και θα τον παρατήσει.
Θα ανοίξει την πόρτα και θα τρέξει μακριά του.
Ναι, δε χωράει αμφιβολία, θα το κάνει…
Κάποτε…
Μόνο που ακόμη δεν ξέρει πότε θα είναι αυτό το κάποτε. Πότε το μέσα της θα βρει τη δύναμη που χρειάζεται.
Πότε ο εαυτός της θα μετρήσει λίγο παραπάνω από όλα τα άλλα…
Κάποτε…

Της Στεύης Τσούτση

newsone

Σας ενδιαφέρουν κι' αυτά...