Αυτή η ρημάδα η καρδιά, όσο χτυπάει, δε συνηθίζει την απώλεια


Μάλλον γιατί αρνείται να δεχτεί αυτό το παρανοϊκό που συνέβη.

Σήμερα θα σου μιλήσω για την απώλεια.
Θα σου μιλήσω για εκείνα τα μαύρα νέα του θανάτου. Του αιφνίδιου θανάτου που σε χτυπούν κατάστηθα και σου κόβουν την ανάσα. Για να στην επαναφέρουν δευτερόλεπτα αργότερα, κοφτή και λαχταρισμένη.
Θα σου μιλήσω για τα πόδια που νιώθεις να κόβονται, για το ρίγος που διαπερνά τη ραχοκοκκαλιά και τα δάκρυα που πριν ακόμη ξεμυτίσουν, καίνε τα μάτια σου.
Μα πάνω από όλα, θα σου μιλήσω για άδικο.
Για εκείνο το ρημάδι άδικο που επιτρέπει να φεύγουν από τη ζωή νέοι άνθρωποι. Που επιτρέπει να φτάνουν οι προπαππούδες ως τα εκατό και βάνει τις γιαγιάδες να μοιρολογούν και να νεκροφιλούν τα εγγόνια.
Γαμιέσαι Σύμπαν, ελπίζω να το ξέρεις.
Πες μου ρε τη λογική σου κι εγώ δε θα σου χώσω μπουνιά στα μούτρα -αν είχες-, όσο κι αν το θέλω.
Πες μου τι θα γίνει αυτό το έρμο σπίτι που πήγες και σφάλισες; Εκείνη η μάνα που το ανάστησε, που το κορφολόγησε, το πόνεσε, το ανάθρεψε;
Κι εκείνος ο πατέρας που χρόνια σκυλοπνίχτηκε για να τον κάμει άντρα;
Τι θα γίνουν αυτοί οι γονείς πίσω, με το παιδί ένα μάτσο χώμα;
Δεν τα λογάριασες καλά Σύμπαν.
Με μια μπαλιά μας ισοπέδωσες κι απόμεινες να μας κοιτάς.
Να προσπαθούμε να συνηθίσουμε το θάνατο, λες και γίνεται.
Δε γίνεται ρε.
Τούτη η ρημάδα η καρδιά, όσο χτυπάει, δε συνηθίζει την απώλεια.
Και το μυαλό το φορτωμένο μνήμες, δεν τις αποχωρίζεται.
Από χθες, έχω στο νου παιδικά καλοκαίρια. Κλεμμένα κομμάτια πίτας της γιαγιάς κρυμμένα σε αγορίστικες τσέπες, μυρωδιά από τηγανητές πατάτες στη νηστεία, πειράγματα. Φέρνω τη φωνή σου στο κεφάλι μου και τη θυμάμαι να σπάει στην εφηβεία. Κι εκείνες τις γάτες που τις παίρναμε στο κυνήγι. Και την παράγκα του παππού και τις κατσάδες της γιαγιάς.
Εκεί σταμάτησε το μυαλό μου χθες. Μάλλον γιατί αρνείται να πάει παρακάτω.
Μάλλον γιατί αρνείται να δεχτεί αυτό το παρανοϊκό που συνέβη.
Δε γίνεται να μην υπάρχεις.
Δε με νοιάζει αν ήσουν μακριά, αν μιλούσαμε ή όχι, αν σε έβλεπα ή όχι.
Δε γίνεται να μην υπάρχεις πια γαμώτο.
Δεν επιτρέπεται να συμβαίνει αυτό.
Ας μου ρίξει κάποιος ένα χαστούκι δυνατό και να μου πει να ξυπνήσω.
Να μου πει πως όλα αυτά δεν έγιναν ποτέ.
Ας μου πει πως εκείνο το ατύχημα, δεν έγινε ποτέ. Έστω ας μου πει ότι τραυματίστηκες κι ότι θα γίνεις καλά.
Αλλά δε μιλά κανείς. Και η μεγαλύτερη αλήθεια αυτή τη στιγμή, είναι πως τούτη η απώλεια, η τοσο άδικη, μοιάζει με το μεγαλύτερο ψέμα.

Της Στεύης Τσούτση

diaforetiko

Σας ενδιαφέρουν κι' αυτά...