Γιατί δεν ανθίζουν λουλούδια πια; Υπάρχει αύριο;


Υπάρχει ελπίδα;

Υπάρχουν τόσα αγριόχορτα σε αυτό τον κόσμο, τόσα αγκάθια, τόση λάσπη και τόση βρωμιά.
Μα, δυστυχώς, τόσα λίγα λουλούδια.
Κι είναι κρίμα. Μεγάλο κρίμα. Για όλους μας. Γιατί δίχως λουλούδια δεν υπάρχει, ζωή, φως δεν υπάρχει, μήτε οξυγόνο.
Μα κανείς δεν το καταλαβαίνει. Όλοι κοιτούν μονάχα τον δικό τους κήπο.
Που είναι όμορφος, προστατευμένος, με τείχη πανύψηλα, θωρακισμένος. Κι ότι είναι απ’ έξω δεν τους νοιάζει, αφού ο δικός τους κήπος είναι εντάξει.
Μα τούτη η ασχήμια που υπάρχει στον κόσμο δεν μετράει;
Όλα εκείνα τα λουλούδια που πονούν;
Όλα εκείνα, που θέλουν φροντίδα;
Αυτά δεν έχουν δικαίωμα στη ζωή; Ποιος θα τα βοηθήσει αυτά τα λουλούδια; Ποιος θα τους δώσει, ελπίδα, φως όνειρα να λάμψουν; Να ανοίξουν τα φτερά τους και να πετάξουν προς τον ήλιο;
Αυτά δεν δικαιούνται να ζήσουν;
Δε ζήτησαν ποτέ από κανέναν τίποτα. Η ζωή υπήρξε σκληρή μαζί τους.
Από νωρίς τους έδειξε το σκοτεινό της πρόσωπο. Ο εφιάλτης, ειρωνικά γελώντας, ήρθε ένα βράδυ και άνοιξε τις μεγάλες φτερούγες του και σκέπασε τα πάντα.
Και μετά;
Το απόλυτο σκοτάδι.
Κι εκείνα φοβήθηκαν και κούρνιασαν στην αγκαλιά της μάνας τους, αν υπήρχε ακόμη μάνα. Γιατί πολλά από εκείνα τα έχασαν όλα, και πατερά και μάνα, κι αδέρφια και κανείς συγγενείς δεν τους έμεινε. Μόνα τους έμειναν να τριγυρνούν ξυπόλητα, στους άδειους δρόμους και τα κοράκια να τρυπούν το δέρμα τους, αλύπητα.
Και τώρα;
Πού να σταθούν, σε ποιάν αγκαλιά να κλάψουν; Σε ποιο βλέμμα να χαθούν και να πάρουν χαρά κι ελπίδα; Σε ποιόν πατέρα και σε ποιαν μάνα να φωνάξουν «μαμά» και «μπαμπά»; Κλείνουν τα μάτια κι εύχονται όλα αυτά να είναι ένα ψέμα. Όλα αυτά να τελειώσουν σύντομα. Κανένα από αυτά τα λουλούδια δεν ζήτησε τον πόλεμο.
Κανένα τους δεν ζήτησε να ξενιτευτεί. Μα τα ρωτάει κανείς αυτά τα λουλούδια, τι έχουν δει τα αθώα μάτια τους έως τώρα;
Τι έχει ριζωθεί μέσα στην ψυχή από τα μικράτα τους;
Άλλα ξενιτεύονται και άλλα ζητιανεύουν στους δρόμους.
Γιατί;
Γιατί άλλοι καθόρισαν την τύχη και το μέλλον τους. Προτού ακόμη γεννηθούν. Πόσα από αυτά θα κατορθώσουν να ανθίσουν;
Πόσα θα λυτρωθούν;
Πόσα θα καταφέρουν να ζήσουν;
Λίγα.
Λίγα Είναι εκείνα που θα καταφέρουν να ζήσουν και να αγγίξουν τον ήλιο .
Κι όμως, το μόνο που ζητούν είναι ο κόσμος να τα προσέξει και όχι απλά να τους ρίξει μία ματιά και την άλλη μέρα να τα ξεχάσει. Δεν ζητούν ψεύτικα βλέμματα λύπησης, δεν ζητούν βλέμματα αδιαφορίας, μίσους και κακίας. Ζητούν αγάπη, αγάπη κι ελπίδα.
Ζητούν βοήθεια, ζητούν προστασία, ζητούν έναν κόσμο ασφαλή, ένα αύριο δίχως σκοτωμούς. Δίχως όπλα και αιματοκυλίσματα. Θέλουν ο κόσμος να γίνει καλύτερος και να μπορέσουν να ζήσουν. Να διεκδικήσουν μία θέση σε αυτόν τον πλανήτη μία θέση που άλλωστε τους ανήκει!
Ποιος θα βοηθήσει αυτά τα λουλούδια να ανθίσουν; Ποιος θα τους δώσει ένα χαρμόσυνο νέο; Ποιος θα σταματήσει όλο αυτό το κακό που απλώνεται μέρα με τη μέρα σε αυτό τον κόσμο; Ποιος δεν θα ανταποδώσει το κακό με χειρότερο κακό;
Υπάρχει ελπίδα για αυτά τα λουλούδια;
Υπάρχει αύριο άραγε για αυτά;

Της Φλώρας Σπανού

anapnoes

Σας ενδιαφέρουν κι' αυτά...