Τα χρέη στον έρωτα, δε θα βρεθεί ποτέ κανείς να τα εξοφλήσει…


Γιατί ερωτεύτηκαν. Λιτά κι απόλυτα.

Υπάρχουν και άνθρωποι που τους λες ευλογημένους…
Έχουν μια ζηλευτή ζωή, με τον άνθρωπο που επέλεξαν για σύντροφο τους. Όλα ήρεμα, όλα τακτοποιημένα. Έτσι όπως τα σχεδίασε το κεφάλι τους και τα επέλεξε το μυαλό τους.
Αυτοί οι άνθρωποι εξόρισαν το πάθος από τη ζωή τους, ως το χειρότερο προδότη. Γιατί δεν ήταν λίγες οι φορές που τους πλήγωσε αβάσταχτα.
Τους φόρτωσε πληγές και σημάδια ανεξίτηλα.
Και βαρίδια στα πόδια και δάκρυα στα μάτια.
Και κόμπους στο λαιμό και σφίξιμο στο στήθος.
Γι’αυτό το μίσησαν. Κι ορκίστηκαν πως ποτέ ξανά δε θα το υπολογίσουν. Πως θα το σβήσουν οριστικά.
Κι έτσι έστησαν τη ζωή με τη λογική. Με έναν άνθρωπο που θα γινόταν καλός και πιστός σύντροφος. Μα που δεν έκανε ποτέ την καρδιά τους να πεταρίζει.
Ποτέ το στομάχι να συσπάται και τα πόδια να τρέμουν…
Ήταν απλά ένας σύντροφος ζωής.
Μιας ρουτινιασμένης μα ανέφελης κι ατάραχης ζωής.
Σαν οριζόντιο καρδιογράφημα…
Κι έτσι άφησαν το χρόνο να περνά. Και πίστεψαν πως θα είναι πάντα καλά.
Νεκροί συναισθηματικά και γεμάτοι ψευδαισθήσεις μιας ολοκληρωμένης ζωής.
Μα άλλες οι βουλές των ανθρώπων κι άλλες του σύμπαντος. Κι εκείνο είναι που έχει πάντα το πάνω χέρι… Νικά στα σημεία…
Και μπορεί η αγάπη να άργησε μια μέρα, αλλά ήρθε.
Κι ήταν το πρόσωπο της το πιο οικείο που γνώρισαν ποτέ. Αναγνώρισαν κάθε χαρακτηριστικό, λες και χάιδευαν τούτο το πρόσωπο μια ζωή. Κι αν μην το είχαν ξαναδεί. Το γνώριζαν.
Κι ήταν η στιγμή που η καρδιά τους άρχισε να χτυπά ξανά. Βραχνιασμένα κι ασθενικά στην αρχή, βγαλμένη από τη μακρά χειμερία νάρκη της.
Δυνατά κι επίμονα στη συνέχεια. Εκκωφαντικά για να μη μπορούν να πουν πως δεν την ακούν.
Και το κατάλαβαν. Ω ναι, αμέσως το κατάλαβαν πως υπήρχε πρόβλημα. Πως ό,τι είχαν φτιάξει με τόσο κόπο και ψυχραιμία, κινδύνευε να καταρρεύσει.
Γιατί ερωτεύτηκαν. Λιτά κι απόλυτα.
Μα εκείνοι πάλεψαν να το υποτάξουν. Πάλεψαν να εξορίσουν και πάλι το συναίσθημα που είχε επιστρέψει και διεκδικούσε το θρόνο του.
Δεν ήθελαν αλλαγές. Δεν τις άντεχαν. Δεν μπορούσαν να αρχίσουν πάλι να μετρούν πληγές και χτυποκάρδια και στιγμές και αναμνήσεις και έρωτες…
Είχαν τελειώσει με τους έρωτες και τις μεγάλες τις αγάπες…
Τουλάχιστον έτσι νόμιζαν.
Γιατί το χρέος στον έρωτα, μάτια μου, δεν το ξοφλάς ποτέ. Μένουν οι τόκοι να αυξάνουν κι εσύ χρεώνεσαι ως το λαιμό. Κι όλο δίνεις και ξαναδίνεις. Αδειάζεις τα μέσα σου και προσφέρεις. Κι είναι οι τσέπες σου που αδειάζουν μια στιγμή και ξαναγεμίζουν δέκα.
Για να έχεις να δίνεις, να μη στερεύεις ποτέ.
Έτσι κι αυτοί. Ένιωθαν τις τσέπες άδειες κι όμως δεν ήταν. Κι έπρεπε να αποφασίσουν.
Γιατί κανένας κοινός νους δε συναγωνίζεται τον έρωτα σαν αποφασίσει να έρθει.
Κανείς δεν του παραβγαίνει, όσο και να θελήσει, όσο και να αντισταθεί.
Έτσι κι αυτοί δέχτηκαν το πλήγμα. Κι έρχεται η ώρα που πρέπει να αποφασίσουν.
Η ώρα που η λογική θα αναμετρηθεί με το συναίσθημα κι ο έρωτας θα βγάλει το σπαθί από το θηκάρι του για να πάρει αυτό που του ανήκει.
Κι εκείνοι στέκουν στην άκρη του γκρεμού.
Μπρος το κενό κι όσα ο έρωτας θα φέρει. Είτε φτερά για να πετάξουν είτε βαρίδια για να πέσουν στο πιο βαθύ φαράγγι.
Και πίσω το χώμα. Το γνώριμο, το ασφαλές, το σίγουρο χώμα. Δίχως πάθος, δίχως ένταση, δίχως τίποτα να ταράζει τα σωθικά τους.
Τι θα διαλέξουν;
Την ασφάλεια ή το πάθος;
Την αγάπη που άργησε αλλά ήρθε ή τη συντροφικότητα που δεν πληγώνει;
Εδώ κανείς δεν ξέρει να απαντήσει. Ίσως γιατί δεν υπάρχει σαφής απάντηση.
Άλλοι θα συνεχίσουν το δρόμο που έφτιαξαν. Το σίγουρο, τον αναίμακτο, το δειλό.
Άλλοι, πάλι, θα πάρουν φόρα και θα βουτήξουν στο κενό.
Για έναν έρωτα. Για την ανασφάλεια και το καρδιοχτύπι του.
Για το ενδεχόμενο να είναι αυτή τη φορά όπως ονειρεύτηκαν. Όπως καρδιοχτύπησαν.
Κι αν δεν είναι, μια χαρακιά ακόμη στο κορμί και παρακάτω.
Μπορεί, τελικά η αγάπη να αργήσει περισσότερες από μια μέρα.
Αυτοί θα περιμένουν… για όσο…

Στεύη Τσούτση

diaforetiko

Σας ενδιαφέρουν κι' αυτά...