Άφησε με να γίνω ο άνθρωπος ο πιο δικός σου…


κάτι βαθιά μέσα μου, λέει πως δεν πρόκειται να το κάνεις…

Σε κοιτώ κι εκεί που ζητώ μια καρδιά, βρίσκω μια πλάτη.
Αγαπημένη, όπως και κάθε τι δικό σου, αλλά πλάτη.
Δεν είναι ότι ακριβώς με αρνείσαι. Σε αυτή την περίπτωση όλα θα ήταν ξεκάθαρα από την αρχή.
Πόρτα κλειστή, χτυπώ, δε μου ανοίγουν, φεύγω…Με το κεφάλι μου ψηλά και την ψυχή στα πόδια…
Εδώ είναι αλλιώς…
Με μπλοκάρεις.
Ύψώνεις άμυνες και από τα τείχη σου ψάχνω να βρω τις χαραμάδες. Αναζητώ κάθε σχισμή στο γρανίτη που μέσα του στρίμωξες τον κόσμο σου, για να μπορέσω να τρυπώσω.
Γιατί θέλω να μπω εκεί μέσα. Θέλω να δω την ψυχή σου αφτιασίδωτη. Να επιβεβαιώσω την καθαρότητα της καρδιάς σου, το γνήσιο του χαρακτήρα σου.
‘Ολα αυτά, δηλαδή, που με έφεραν κοντά σου. Που με κρατούν να μη φύγω, παρά τα εμπόδια που μου βάζεις.
Δε με φοβίζουν, ξέρεις, οι δυσκολίες. Μόνο τους ανθρώπους φοβάμαι.
Εκείνους που δε θα νοιαστούν και θα πληγώσουν. Που θα γεμίσουν τους άλλους χαρακιές, κακές μνήμες και απωθημένα.
Σαν αυτά που κουβαλάς κι εσύ. Σαν κι αυτά που σε έκαναν να κλειστείς πίσω από αυτοσχέδια τείχη προκειμένου να νιώσεις ασφαλής.
Άσε με να σε αγαπήσω. Άσε με να σε γνωρίσω και να πάρω από πάνω σου μπαγκάζια.
Να γίνω κυματοθραύστης και λιμάνι μαζί. Να μπορείς με ασφάλεια να αγκυροβολείς και να ξέρεις πως καμια φουρτούνα, κανείς αέρας δυνατός δε θα σε βυθίσει.
Τέρμα ο βυθός, αγάπη μου. Τέρμα εκείνοι οι άνθρωποι και οι καταστάσεις που σου έβαλαν βαρίδια στα πόδια και σε πέταξαν στα ανοιχτά. Που σε βύθισαν, αφήνοντας σου τα χέρια λυτά να παλεύεις να ελευθερωθείς.
Άσε με να σε αγγίξω, μη με φοβάσαι.
Δε θα πονέσει το άγγιγμα μου. Δε φτιάχτηκαν τα χέρια για να πονούν. Μόνο να γιατρεύουν πρέπει.
Άσε με να σε αγαπήσω. Άσε με να μοιραστώ τα βάρη σου και να πορευτώ μαζί σου.
Δυο μαζί, είναι πάντα καλύτεροι από ένας. Κι εγώ θέλω όσο τίποτα να σε μάθω, να σε φροντίσω, να σε νοιαστώ.
Δε θέλω να είσαι άλλο μόνος σου. Δε θέλω να παλεύεις μόνος.
Τη γνώρισα τη μοναξιά. Την εκτίμησα και τη σιχάθηκα, συνάμα.
Σου δίνει αρχικά την ψευδαίσθηση της ασφάλειας κι ύστερα σου καίει την ψυχή. Γιατί το μαζί είναι πάντα καλύτερο από το μόνος. Και το μόνος, σαν παρατραβήξει, γίνεται θηλιά…
Δεν τη θέλω για σένα τούτη τη θηλιά, μάτια μου. Μήτε για μένα.
Θέλω το μαζί κι ας καίγεται γύρω μας ο κόσμος. Ας πηγαίνουν όλα χάλια, ας δείχνει το Σύμπαν το σκληρό, το άκαρδο του πρόσωπο.
Μαζί κι όχι μονάχοι μπορούμε να τα καταφέρουμε.
Αρκεί να με αφήσεις να σ’αγαπήσω.
Αρκεί να θες να μοιραστείς όσα μέχρι σήμερα πάλευες μόνος σου.
Κι ας είναι αδοκίμαστο. Ή ας είναι δοκιμασμένο κι αποτυχημένο με πληγές. Άσε με να προσπαθήσω. Άσε με να περάσω από τη χαραμάδα με λίγο φως στις τσέπες. Θα το απλώσω στα σκοτάδια σου και θα’ναι όλα καλύτερα μετά. Απαλλαγμένος από τα σκοτάδια μιας ηθελημένης μοναξιάς, θα δεις πως όλα θα αρχίσουν να γίνονται ξανά ωραία. Γιατί είναι όμορφη η ζωή σαν τη μοιράζεσαι με ένα ζευγάρι ακόμη μάτια. Και με ένα ζευγάρι ακόμη χέρια. Και μια καρδιά που συγχρονίζεται στη δική σου.
Άνθρωπος δικός σου λέγεται και σε πονά, σε νοιάζεται, σε κανακεύει. Είναι εκεί να πάρει λίγα από τα δύσκολα και να πανηγυρίσει στα εύκολα. Πάντα εκεί, μόνο εκεί, πιστά κι αμετανόητα εκεί.
Κι εγώ αυτό θέλω. Γι’αυτό παλεύω με τα σκοτάδια σου κι όλα τα εμπόδια των περασμένων σου πληγών…
Άνθρωπος δικός σου θέλω να γίνω, στο λέω ξεκάθαρα.
Θα με αφήσεις ή θα χάσουμε χρόνο με μένα να ψάχνω να τρυπώσω από τις χαραμάδες σου;
Γιατί δεν πρόκειται να τα παρατήσω, αποδέξου το…
Δεν ήρθα για να φύγω.
Εκτός κι αν με κοιτάξεις κατάματα και μου το ζητήσεις.
Αλλά κάτι βαθιά μέσα μου, λέει πως δεν πρόκειται να το κάνεις…

Στεύη Τσούτση

diaforetiko

Σας ενδιαφέρουν κι' αυτά...