Τα παραμύθια που σε αφήνω να μου πουλάς…


Γιατί τα ψίχουλα, μάτια μου, πολλοί τα είδαν για ψωμί, αλλά δε χόρτασε ποτέ κανείς…

Δεν είναι ανόητες. Ξέρουν πολύ καλά τι τους γίνεται.
Απλά είναι ερωτευμένες. Με την βαριά έννοια του όρου. Εκείνη που σε δένει χειροπόδαρα κι εμποδίζει το κεφάλι σου να εκπέμψει σήμα κινδύνου. Να σου πει και κυρίως να ακούσεις πως κολυμπάς σε επικίνδυνα νερά.
Εκείνες δεν ακούν τίποτα.
Έρωτας βαρύς κι ασήκωτος. Κι ολότελα, απελπιστικά αδιέξοδος.
Ένας έρωτας γεμάτος παραμύθι. Αλλά όχι με τη μαγεία των στιγμών, όπως θα ονειρευόταν η κάθε κοπέλα.
Γεμάτος παραμύθι που εκείνος τους πουλάει. Κι εκείνες τον αφήνουν.
Του το επιτρέπουν.
Ξέρουν την αλήθεια. Ξέρουν που πατούν και που βρίσκονται. Ξέρουν πως εκείνος θα τους χαρίσει λίγες στιγμές κι ύστερα θα γυρίσει στην οικογένεια του. Στη γυναίκα και τα παιδιά του.
Φιλοσοφίες μιας ζωής περί τιμιότητας κι άρνησης σχέσεων με παντρεμένο, έγιναν συντρίμμια με ένα του χαμόγελο. Με ένα επίμονο φλερτ που εκείνες δεν είχαν ούτε το κουράγιο μα ούτε και τη θέληση να αποκρούσουν.
Βλέπετε ο παραμυθάς της ιστορίας μας ήξερε πολύ καλά και τι να πει και τι να κάνει. Και κυρίως κάτεχε το «πότε».
Χτύπησε στις πιο ευαίσθητες χορδές της ύπαρξης τους.
Στην ατέλειωτη μοναξιά και την απογοήτευση από όλους τους έρωτες που αποδείχτηκαν λίγοι. Κι έτσι ερωτεύτηκαν.
Γνωρίζοντας πως θα ήταν πάντα οι δεύτερες. Οι κρυφές… Οι παράνομες…
Τον πρώτο καιρό όλα ήταν ρόδινα. Κρυφές αποδράσεις, απομονωμένα μέρη για ποτό ή φαγητό. Πάντα με δύο αυτοκίνητα και πάντα με το ρολόι στο χέρι. Αλλά δεν τις ένοιαζε. Ζούσαν το παραμύθι τους. Εκείνο του συμβατικού γάμου, του δίχως έρωτα, του «μένω για τα παιδιά», που βέβαια είχαν πάψει προ πολλού να είναι παιδιά. Έκλειναν τα αυτιά στις τύψεις συνείδησης και δικαιολογούσαν τον εαυτό τους. Σιγά σιγά, όμως, το πράγμα ξέφτισε.
Κλείστηκαν στο σπίτι κι απόμειναν να τον περιμένουν. Κρεμασμένες στο τηλέφωνο για να προλάβουν κάθε του βιαστική κλήση. Ξέροντας ότι εκείνες δεν επιτρέπεται να πάρουν. Έμειναν άπειρα βράδια, γιορτές κι αργίες με τις πιτζάμες να κοιτούν αλλά να μη βλέπουν τηλεόραση. Χαμένες στις άπειρες σκέψεις τους και σε ποτάμια δακρύων. Αυτολύπησης, απογοήτευσης, ντροπής και μοναξιάς.
Δάκρυα που επιμελώς εξαφανίζονταν με ένα καλό make up στο μήνυμα «Έχω λίγο χρόνο, έρχομαι τώρα».
Στολίζονταν και περίμεναν. Και στα ψίχουλα αγάπης έλεγαν κι ευχαριστώ. Γιατί με όλους τους προηγούμενους είχαν αληθινά πεινάσει.
Μα και τώρα δεν είναι χορτάτες. Λίγο μόνο καταλαγιάζει η πείνα τους με τα ψίχουλα κι αμέσως μετά ξυπνά δυνατότερη. Ώσπου έρχεται ένα παραμύθι και τις πείθει πως δεν πεινούν. Πως όλα είναι στη φαντασία τους.
Τις πείθει πως είναι καλά έτσι. Απομονωμένες από φίλους κι εξόδους καθώς ο καλός τους ζηλεύει. Εγκλωβισμένες σε έναν αδιέξοδο έρωτα που δεν έχει ούτε παρόν, ούτε μέλλον.Έχει μόνο παραμύθι. Φωτεινό ροζ. Που αν όμως ξύσουν λίγο την επιφάνεια, θα τις χτυπήσει στα ρουθούνια η αποσύνθεση.
Κι όμως ελπίζουν. Πως όλο αυτό μια μέρα θα αλλάξει. Πως θα έρθει η μέρα που εκείνες θα γίνουν πρώτες. Όχι, όμως, με αυτόν. Αυτός θα μείνει στη σιγουριά του γνωστού, του δοκιμασμένου. Και καλά θα κάνει.
Το πρόβλημα, άλλωστε, δεν ήταν ποτέ αυτός. Εκείνες ήταν και το ξέρουν πολύ καλά. Οι τρυπημένες τους άμυνες απέναντι στην τρυφερότητα που αποζητούσαν και στερήθηκαν. Κι εκείνα τα παραμύθια που τις μεγάλωσαν. Τα παραμύθια που αυτός συνέχισε κι εκείνες στάθηκαν να ακούσουν.
Μα θα έρθει η ώρα. Εκείνες θα τη φέρουν, γιατί όσο και να μην το πιστεύουν, είναι δυνατές.Θα έρθει η ώρα που εκείνος θα γίνει παρελθόν. Μέσα τους γιατί απ’ έξω ολοένα τον διώχνουν και συνέχεια τον δέχονται πίσω.
Θα έρθει η ώρα που θα παρατήσουν τα ξένα παραμύθια και θα θελήσουν να γράψουν το δικό τους.
Κι εκεί θα έχουν το ρόλο πρωταγωνιστή κι όχι κομπάρσου.
Θα βρουν μιαν αγάπη όπως τους αξίζει. Όπως τη θέλουν, όπως την ονειρεύτηκαν.
Μια αγάπη που δε θα μοιράζεται κομμάτια αλλά θα είναι ολάκερη δική τους.
Γιατί τα ψίχουλα, μάτια μου, πολλοί τα είδαν για ψωμί, αλλά δε χόρτασε ποτέ κανείς…

Στεύης Τσούτση

diaforetiko

Σας ενδιαφέρουν κι' αυτά...